Και το βραβείο Νόμπελ οικονομίας 2009 παίρνει.. η αυτοδιαχείριση!

Le prix Nobel d’économie pour l’autogestion

© Libération

του Μισέλ Ροκάρ

Ένα βραβείο Νόμπελ για την αυτοδιαχείριση; Ναι, σωστά διαβάσατε! Ούτε ο γράφων αυτές τις γραμμές, ούτε η «λιμπερασιόν», ούτε το «γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων», που μας πληροφόρησαν σχετικά, δεν έχουν παλαβώσει. H επιτροπή του βραβείου Νόμπελ οικονομίας, έστεψε για πρώτη φορά μια γυναίκα, μια Αμερικανίδα, την κ. Έλινορ Όστρομ (Elinor Ostrom). Η βραβευθείσα έχει ασχοληθεί με τη διαχείριση των δημοσίων πόρων. Ανακάλυψε, τεκμηριώνει κι αποδεικνύει πως η αγορά και το κράτος δεν είναι οι μόνοι δυνατοί διαχειριστές, οι μόνοι ελεγκτές αυτών των αγαθών, αλλά πως και οι ενώσεις των χρηστών τους ή των καταναλωτών μπορούν κάλλιστα να παίξουν τον ίδιο ρόλο, εφόσον τους δοθεί η δυνατότητα. Εγώ είμαι, ασφαλώς, που ανασύρω εδώ τη λέξη «αυτοδιαχείριση». Μα επιτέλους, τι άλλο δηλαδή ισχυριζόμασταν, παρά μόνο πως ακριβώς, αυτή η παράξενη λέξη θα μπορούσε να γίνει φορέας ενός νέου πολιτισμού; Έστω κι αν αυτή η παραξενιά (ο περί ου ο λόγος όρος) δολοφονήθηκε στη Γιουγκοσλαβία και το μονοκομματισμό της;

Μα το περιεχόμενό της παραμένει: περισσότερη αποκέντρωση, περισσότερη αυτονομία, θεσμοί βάσης, μεγαλύτερος καταμερισμός των ευθυνών, είναι όροι για περισσότερη οικονομική αποτελεσματικότητα, για καλύτερη δημοκρατία, για περισσότερη ανθρωπιά στη διαχείριση των αγαθών και των κοινών μας υποθέσεων.

Βραβεύοντας τον Σεν (Sen), μετά τον Στίγκλιτζ (Stiglitz), μετά τον Κρούγκμαν (Krugman), η επιτροπή του Νόμπελ οικονομίας είχε ήδη δείξει πως δε θεωρούσε πλέον έγκυρα το υπόδειγμα και τα αξιώματα του Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) και του μονεταρισμού. Είναι προφανές πως αναζητείται ένα εναλλακτικό σύστημα αναφορών.

Είναι πολύ σπάνιο να επιφορτίζονται τα ίδια τα γεγονότα με το έργο να αναδεικνύουν την ορθότητα ή την πλάνη μιας επιστημονικής υπόθεσης που αναφέρεται στην κοινωνική οργάνωση. Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που βιώνουμε όμως, αυτό ακριβώς κάνει -και μάλιστα με ωμότητα: μας έλεγαν πως οι αγορές αυτορυθμίζονται, πως οι αγορές ισορροπούν πάντοτε στο βέλτιστο σημείο· ε, οι ζημιές που επέφερε αυτός ο τρόπος σκέψης είναι πελώριες και συνεχίζουν να μας βυθίζουν στην κρίση.

Οπότε μας χρειάζεται μια διέξοδος. Και ξαναδίνουμε σημασία σε ένα διανοητικό μονοπάτι κι ένα πολιτικό ρεύμα που εδώ και πολλές-πολλές δεκαετίες διακηρύσσει τη συμφιλίωση της δημοκρατίας με την αγορά, του κράτους με το άτομο, την ανάγκη για μια πιο αρμονική κοινωνική οργάνωση. Το ρεύμα αυτό ονομάζεται σοσιαλδημοκρατία.

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για τις ικανότητες των σοσιαλιστικών κομμάτων, ιδίως του δικού μας, του γαλλικού, να προσφέρουν και να διατυπώσουν την απαραίτητη εναλλακτική πρόταση. Μοιάζει όμως αυτό το έργο να το έχει αναλάβει να το φέρει εις πέρας… η επιστήμη.

Είναι π.χ. ως επιστήμη -πάνω απ’ όλα- που η οικολογία αναλαμβάνει να αλλάξει τις κοινωνίες μας, ώστε να καταστούν μακροπρόθεσμα βιώσιμες. Είναι η επιστήμη που ανακαλύπτει εκ νέου την αναγκαιότητα των μακροοικονομικών ρυθμίσεων που -αλίμονο!- ξέχασαν οι πολιτικοί. Και να που τώρα η επιστήμη και πάλι αναλαμβάνει να αναδείξει τη διαχειριστική ικανότητα των… οργανωμένων μαζών!

Είναι προφανές πως ωριμάζει ένα νέο πολιτικό σχέδιο για την αλλαγή του κόσμου: ίσως με τρόπο διάσπαρτο ακόμα και αβέβαιο, αλλά ολοένα και πιο ορατό και συγκλίνοντα! Ο Michel Rocard είναι πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας (1988-1991)


Πηγή: http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=5558

Για την κοινωνία των 3/3…

Η ιδεολογική επαναπροσέγγιση των κινημάτων, φαντάζει σήμερα ως η μόνη πολιτική διέξοδος από τη κοινωνική κρίση που μαστίζει την εποχή μας. Προσπαθώντας να αξιολογήσουμε το παρόν, θα δοκιμάσουμε να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, επιχειρώντας να προτείνουμε λύσεις για την κοινωνία του μέλλοντος, την κοινωνία των 3/3. 

 Μήτρα των επαναστατικών – αντιπολιτευτικών ομάδων που έδρασαν στις αρχές του 19ου αιώνα, αναμφισβήτητα, αποτελεί η Γαλλική Επανάσταση του 1789. Τα γεγονότα της εποχής εκείνης, δημιούργησαν πρότυπα πολιτικών ρήξεων και ανατροπών, τα οποία επέδρασαν καταλυτικά στο σύνολο της παγκόσμιας πολιτικής όπως αυτή έχει εξελιχθεί μέχρι και σήμερα. Με κοινωνικούς όρους ταξινομώντας τις διάφορες αντιπολιτευτικές τάσεις που αναπτύχθηκαν αυτή τη περίοδο, διαπιστώνουμε πως οι κυριότερες ήταν τρεις:

Η Φιλελεύθερη (με σημερινούς Ελληνικούς όρους στο χώρο αυτό τοποθετείται η ΝΔ). Αντιπροσώπευε τους μεγαλοαστούς και τους φιλελεύθερους αριστοκράτες. Το πολιτικό ιδεώδες τους ήταν μια συνταγματική μοναρχία κατά τα βρετανικά πρότυπα, δηλαδή με ένα ολιγαρχικό κοινοβουλευτικό σύστημα βασιζόμενο στην ιδιοκτησία. Θεμελιώδης αξία του πολιτικού φιλελευθερισμού αποτελούσε η κυβέρνηση με βάση τη συναίνεση. Η έννοια του φιλελευθερισμού ήταν στενά συνδεδεμένη με την έννοια της δημοκρατίας, αν και οι περισσότεροι φιλελεύθεροι προτιμούσαν ένα δημοφιλή μονάρχη με περιορισμένες εξουσίες και αίσθηση του δικαίου ως έναν σταθεροποιητικό παράγοντα. Οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν πάνω από όλα την ισχύ του νόμου, τις συνταγματικές διαδικασίες, τη θρησκευτική ανεκτικότητα, τη διάκριση των εξουσιών, τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες και ευρύτερα τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου, το σεβασμό των οποίων αξίωνε τόσο από το κράτος όσο και από τους πολίτες. Ήταν αντίθετοι σε κάθε είδους προνόμια του βασιλιά, της αριστοκρατίας και της εκκλησίας. Έδιναν μεγάλη σημασία στην ιδιοκτησία, την οποία θεωρούσαν πρωταρχική πηγή όχι μόνο της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας αλλά και της υπεύθυνης κρίσης και πολιτικής συμπεριφοράς. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός υποστήριζε την ελευθερία στο εμπόριο και τις οικονομικές δραστηριότητες των ατόμων και ήταν αντίθετος στην παρέμβαση του κράτους στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Ο στόχος του ήταν διττός: αφενός η κατάργηση των κάθε είδους οικονομικών φραγμών μεταξύ των χωρών και στο εσωτερικό της κάθε χώρας και αφετέρου η αντίδραση σε κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης των εργατών και των τεχνιτών, από τις παλιές συντεχνίες μέχρι τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η φυσική πατρίδα του φιλελευθερισμού ήταν η Αγγλία. Εκεί δημιουργήθηκε μια παράδοση φιλελεύθερης οικονομικής και πολιτικής σκέψης με κορυφαίους διανοητές και φιλόσοφους, όπως ο Adam Smith και ο David Ricardo στο χώρο της οικονομίας ή ο John Stuart Mill στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Mill ήταν υπέρμαχος ενός ανεκτικού και ισορροπημένου φιλελευθερισμού και έθεσε τις θεωρητικές βάσεις για την ισοτιμία των δύο φύλων.  

Η ριζοσπαστική – δημοκρατική (με σημερινούς Ελληνικούς όρους στο χώρο αυτό τοποθετείται το ΠΑΣΟΚ). Αντιπροσώπευε τους μικροαστούς και τα δυσαρεστημένα τμήματα των διανοουμένων και των μικροεπιχειρηματιών. Πηγή έμπνευσης για τους ριζοσπάστες – δημοκράτες, αποτέλεσε η επανάσταση του 1792 και πολιτικό τους ιδεώδες μια δημοκρατία με κοινωνικό χαρακτήρα και στοιχεία κράτους πρόνοιας, η οποία αντιστοιχεί εν μέρει στο σύνταγμα των Ιακωβίνων του 1793. Κύριοι στόχοι της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και των επαναστατικών κινημάτων του 1820, 1830, 1848, ήταν ο περιορισμός των προνομίων της αριστοκρατίας, η ανατροπή της απόλυτης μοναρχίας, και ο αγώνας υπέρ των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Οι φιλελεύθεροι αστοί όμως, ότι διεκδικούσαν για τους εαυτούς τους δεν το αναγνώριζαν ως δικαίωμα άλλων, κατώτερων κοινωνικά τάξεων. Ενώ συνέβαλαν στη μείωση των προνομίων της απολυταρχίας και της αριστοκρατίας και έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατίας δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν εξισωτικά σχήματα και καθολικό δικαίωμα ψηφοφορίας. Οι προθέσεις τους έγιναν φανερές ιδιαίτερα κατά τις επαναστάσεις του 1848, όταν οι εργατικές τάξεις αξίωσαν ισότιμη πολιτική συμμετοχή και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Αυτή την αναντιστοιχία μεταξύ λόγων και πράξεων προσπάθησαν να εκφράσουν και να καλύψουν, οι ριζοσπάστες δημοκράτες, αγωνιζόμενοι για καθολική ψηφοφορία, εδραίωση πραγματικά αντιπροσωπευτικών θεσμών, κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη. Το κίνημα των Χαρτιστών για την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος που αναπτύχθηκε στην Αγγλία το 1834, μπορεί να θεωρηθεί γόνος του αγώνα των ριζοσπαστών. Ο ¨Χάρτης του Λαού¨ ήταν ένα κείμενο που υπογράφηκε από εκατομμύρια Βρετανούς και περιελάμβανε έξι αιτήματα: καθολική ανδρική ψηφοφορία, μυστική ψηφοφορία, κατάργηση των περιουσιακών προϋποθέσεων για την ιδιότητα του πολίτη, ετήσιες βουλευτικές εκλογές, μισθοδοσία στα μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων και ίσες εκλογικά περιφέρειες. Τα αιτήματα των δημοκρατικών ριζοσπαστών, αναμφίβολα καλλιέργησαν το έδαφος για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής ιδέας, αν και η ιδεολογική τους αφετηρία και προσέγγιση ήταν διαφορετική. Έπρεπε βέβαια να περιμένουν πάνω από μισό αιώνα για να δικαιωθούν έστω και ως προς ένα μέρος των διεκδικήσεων τους.

Η σοσιαλιστική (με σημερινούς Ελληνικούς όρους στο χώρο αυτό τοποθετείται μέρος του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ). Αντιπροσώπευε κυρίως την νέα εργατική βιομηχανική τάξη. Οι απάνθρωπες και αλλοτριωτικές συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια, η υψηλή θνησιμότητα και η κλονισμένη υγεία, οι άθλιοι όροι διαβίωσης, η ανυπαρξία κοινωνικής ασφάλισης και η ευρύτερη κοινωνική και πολιτική απαξίωση και υποβάθμιση συνέθεταν το πλαίσιο ζωής των βιομηχανικών εργατών. Ο σοσιαλισμός προσέφερε στην εργατική τάξη μια σοβαρή προοπτική βελτίωσης της θέσης της και το όραμα οικοδόμησης μιας δικαιότερης κοινωνίας. Οι ιστορικές ρίζες του σοσιαλισμού ανάγονται στον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο (1642 – 1652) και συγκεκριμένα στο ριζοσπαστικό κίνημα των Diggers (Σκαπανέων). Στους μεταγενέστερους προπομπούς του σοσιαλισμού συγκαταλέγονται ο Μπαμπέφ – ιδρυτής της επαναστατικής επιτροπής ΄΄Συνωμοσία των Ίσων΄΄ – ο οποίος έδρασε την περίοδο του Διευθυντηρίου κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, ο Βρετανός μεταρρυθμιστής Όουεν και οι Γάλλοι ουτοπιστές Φουριέ και Σαιν Σιμόν. Η σύγχρονη εκδοχή του σοσιαλισμού εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1820 και συνδέθηκε με τα ποικίλα και συχνά αντίρροπα ρεύματα του γαλλικού κοινωνικού-πολιτικού ριζοσπαστισμού των μέσων του 19ου αιώνα, με το στοχασμό μιας περιορισμένης ομάδας Γερμανών φιλοσόφων και ακτιβιστών. Το κίνημα των Χαριστών βοήθησε να ενσωματωθεί στο φάσμα των σοσιαλιστικών ιδεών η δημοκρατία, η κοινωνική ισότητα, η εργατική αλληλεγγύη, συμπληρώνοντας την ιδέα της συλλογικής κατοχής των μέσων παραγωγής και των αγαθών. Όμως κατά κύριο λόγο ο σοσιαλισμός ως κοσμοθεωρία είναι αποτέλεσμα της συγγραφικής δραστηριότητας των Γερμανών φιλοσόφων Κάρολου Μάρξ (1818 – 1883) και Φρίντριχ Ένγκελς (1820 -1895) και έχει χρονική αφετηρία τη δημοσίευση του Κουμμουνιστικού Μανιφέστου στο Λονδίνο το 1948. Σύμφωνα με τους Μάρξ και Έγκελς η υλική βάση, δηλαδή οι οικονομικές συνθήκες, καθορίζπυν την ανάπτυξη του κράτους και της κοινωνίας. Πρόκειται για την υποδομή κάθε κοινωνίας πάνω στην οποία αναπτύσσεται η πολιτική, δικαιακή, πολιτισμική και θρησκευτική συνείδηση των ανθρώπων κάθε εποχής. Η ιστορική πορεία της ανθρωπότητας καθορίζεται από την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή της ιδιοκτησίας και των μέσων παραγωγής. Η ιστορία είναι μια εξελικτική διαδικασία σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός διαδέχεται τη φεουδαρχία και καταλύεται από το σοσιαλισμό μέσω της επανάστασης. Η αυτοδιάλυση του κράτους, η πραγματοποίηση μιας αταξικής κοινωνίας χωρίς ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ο σχεδιασμός της παραγωγής σύμφωνα με την αρχή ΄΄ο καθένας σύμφωνα με τις ικανότητές του και τις ανάγκες του΄΄ θεωρούνταν ως κατάληξη μιας ιστορικής αναγκαιότητας, η οποία , ωστόσο, καθοριζόταν από τη ταξική συνειδητοποίηση, τους πολιτικο-κοινωνικούς αγώνες και την επαναστατική δυναμική της εργατικής τάξης και των συνοδοιπόρων της.

Σήμερα όλοι γνωρίζουμε πως είναι ανεκτίμητη η αξία των αρχών της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Βιώνουμε όμως μια κατάσταση όπου κυριαρχεί η ύφεση της βιομηχανικής παραγωγής, τα χαμηλά ημερομίσθια, η ανεργία, η εξαθλίωση του αγροτικού κόσμου και των εργατών, οι υψηλές τιμές των τροφίμων και η γενικευμένη πια κοινωνική δυσαρέσκεια.

Αναπόφευκτα λοιπόν απαιτούνται πολιτικές πρωτοβουλίες που θα μας βγάλουν από την ιδεολογική παθητικότητα και που θα μας κάνουν να σκεφτούμε αυτόνομα και να κατακτήσουμε μέσω μιας σκληρής ατομικής προσπάθειας αναζήτησης, αμφιβολιών και συγκρούσεων, τις νέες αξίες που θα αντικαταστήσουν την τυφλή πίστη στις ‘’θαυματουργικές αρετές’’ ευφυολογημάτων ιδεολογικού κομματικού προσηλυτισμού.

Αν αναγνωρίζοντας τα επιτεύγματα της καπιταλιστικής οικονομίας επιχειρήσουμε να φέρουμε τη συζήτηση στη σφαίρα της ελευθερίας του ατόμου, μιας πλήρους ελευθερίας που θα βοηθούσε τον άνθρωπο να γίνει υπεύθυνος πολίτης μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε με ποιους πολιτικούς όρους οφείλουμε να χτίσουμε τη κοινωνία του μέλλοντος.

Βιώνουμε μία αριστερά που αδυνατεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει, εγκλωβισμένη σε παρελθόντα αναλυτικά σχήματα, σε δογματισμούς και παρωχημένες δοξασίες, που πλέον δεν μπορεί να αποτελέσει όχημα για το μέλλον.

Η διαμόρφωση της νέας πολιτικής ατζέντας προϋποθέτει την ανακάλυψη εκ νέου, ή την επανασύνδεσή μας, με βασικές αρχές της φιλελεύθερης σκέψης, όπως την αυτονομία του προσώπου και τον πλουραλισμό, την επιλογή και την ατομική υπευθυνότητα, την διανοητική ελευθερία, τον αντι-ουτοπισμό, τον θεμελιώδη ρόλο των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τις αγορές ως αποκεντρωμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

Παράλληλα οφείλουμε να ανατρέξουμε σε μία μακρά παράδοση της σοσιαλιστικής σκέψης, γνήσια ατομοκεντρική και αντικρατικιστική. Μία παράδοση ριζοσπαστική και αντιγραφειοκρατική, που ελάχιστα κοινά έχει με τον συγκεντρωτισμό και τις διαχειριστικές και κολεκτιβιστικές λογικές της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας των δεκαετιών του ΄60 και του ΄70.

Η αλληλεγγύη και η κοινωνική διάσταση της συνεργασίας, η βούληση για μεταρρύθμιση και η χειραφέτηση του ατόμου και της κοινωνίας (κοινωνία των πολιτών), είναι στοιχεία της σοσιαλιστικής σκέψης που πρέπει να διατηρηθούν και να συμβάλουν με την σειρά τους, στην ανανέωση του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Η σύνθεση των δύο παραδόσεων, της φιλελεύθερης και της σοσιαλιστικής, μπορεί και πρέπει να οδηγήσει στη «συνεννόηση σοσιαλιστών και φιλελεύθερων», μία συνεννόηση που στις μέρες μας φαντάζει, ολοένα και περισσότερο μονόδρομος για την επιτυχή υπεράσπιση των ανοικτών κοινωνιών απέναντι στην μισαλλοδοξία, τον ανορθολογισμό και τον επιθετικό κοινοτισμό.

Μία συνεννόηση που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε σημαντικά βήματα προς περισσότερη δημοκρατία, κάτι που δεν αρέσει καθόλου στους εχθρούς των ανοικτών κοινωνιών.

Η διαδικασία αυτή μπορεί να έχει αποτέλεσμα και να οδηγήσει πραγματικά σε μια λύτρωση, αποκαθιστώντας άμεσα την κοινωνική δικαιοσύνη, μόνον αν η συνεργασία επιτευχθεί στη βάση της κοινωνίας και εκφραστεί μέσα από έναν καινούργιο πολιτικό σχηματισμό κατ΄ απαίτηση της, παρακάμπτοντας τα παραδοσιακά κόμματα και τις κραυγές των εκπροσώπων του σημερινού συστήματος, πολιτικών και μη.  

Η τελευταία οικονομική κρίση καθώς και τα τεράστια προβλήματα κοινωνικής συνοχής, αποδεικνύουν την εγγενή αστάθεια και τα αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε, αποδεικνύοντας την αδυναμία του να διαχειριστεί την παγκοσμιοποίηση προς όφελος των ανθρώπων. Αλλά και η κρατικά διευθυνόμενη οικονομία είναι ένας τρόπος διαχείρισης που ανήκει οριστικά στο παρελθόν.

Η λύση βρίσκεται στην κοινωνική αναβάπτιση του φιλελευθερισμού, το ρεύμα δηλαδή εκείνο που απορρίπτει τον κρατισμό, επιμένει στο αίτημα της ισότητας, ορίζοντας εκ΄ νέου το αίτημα της ελευθερίας.

Πλέον γνωρίζουμε πως η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία μόνον φιλελεύθερη μπορεί να είναι. Η μόνη ελπίδα επιβίωσης ενός αξιόπιστου κοινωνικού κινήματος για τον σημερινό κόσμο, είναι η ανάδειξη ενός «σοσιαλισμού των ελευθεριών», που τοποθετείται ενάντια σε όλες τις μορφές του αυταρχισμού, του σχεδιοποιημένου και κρατικοποιημένου σοσιαλισμού. Πρόκειται για έναν σοσιαλισμό ο οποίος συνδέεται με τις φιλελεύθερες ιδέες του 18ου αιώνα, αυτές που τελικά οδήγησαν και στην Γαλλική Επανάσταση.

Αν θέλουμε επιτέλους μια κοινωνία των 3/3, οφείλουμε και πρέπει να καταλάβουμε, πως η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία μόνον φιλελεύθερη μπορεί να είναι.

 Φίλιππος Βουκελάτος

 

Σύγχρονες τάσεις

Η πολυδιάστατη σημερινή πραγματικότητα επιβάλλει πολυδιάστατη πολιτική δράση.

Η βεβαιότητα για την κυρίαρχη σημασία των ταξικών ταυτοτήτων και των ταξικών αντιθέσεων, τείνει να αντικατασταθεί από την αναγνώριση και άλλων σχετικά αυτοτελών, σημαντικών και ισοδύναμων πολιτικών πεδίων.

΄Ένα τέτοιο διευρυμένο πολιτικό πλαίσιο περιλαμβάνει πέντε βασικές αντιστοιχίες:

 - Καπιταλισμός – εργατικό κίνημα.

- Διοικητική εξουσία (κράτος) – κίνημα πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

- Βιομηχανικός τρόπος παραγωγής – οικολογικό κίνημα.

 - Στρατιωτική εξουσία – ειρηνιστικό και αντιμιλιταριστικό κίνημα.

- Παγκοσμιοποίηση – νέος διεθνισμός.

Η πολυδιάστατη πολιτική δράση επιβάλλει τον πλουραλισμό των μορφών δράσης.

Αμφισβητούνται ισχυρά, το κομματικό μονοπώλιο της κοινωνικής εκπροσώπησης, η οργανωτική συγκρότηση των μαζικών συγκεντρωτικών κομμάτων, η τυπική αντιπροσωπευτική δημοκρατία (ως ανεπαρκής).

Απαιτείται η ενδυνάμωση και η αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να γίνει δυνατή η παρέμβασή της στο σύστημα εξουσίας, χωρίς τη διαμεσολάβηση των κομμάτων, μέσω της παράλληλης δράσης ποικίλων δικτύων και κοινωνικών οργανώσεων.

Προωθούνται μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας.

Σ’ αυτήν τη διευρυμένη ατζέντα, τα δύο μεγάλα φιλοσοφικά και πολιτικά ρεύματα του Διαφωτισμού, ο Σοσιαλισμός και ο Φιλελευθερισμός δεν μπορούν να απαντήσουν σαν κλειστά ολοκληρωμένα συστήματα.

΄Ηδη η πραγματική ζωή απέδειξε τα όρια της δυναμικής τους, απέρριψε τις δογματικές αυθαιρεσίες τους και διατήρησε ζωντανές τις πιο δημιουργικές και διαχρονικές προτάσεις και αξίες τους.

Ο κρατικός σοσιαλισμός (κομμουνισμός) είναι νεκρός. 

Ο νεοφιλελευθερισμός (το δογματικό laissez-faire) είναι προφανώς αδιέξοδος και επικίνδυνος. Αλλά η κεϊνσιανική ρύθμιση (τόσο η αριστερή μέσω του κοινωνικού κράτους, όσο και η δεξιά μέσω των φορντιστικών επιχειρήσεων) σήμερα έχει καταστεί αδύνατη.

Με την απόρριψη των νεκρών κλάδων τους, ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός αναθεωρούνται και τρέπονται προς τη σύγκλιση.

Ο κανονιστικός φιλελευθερισμός και ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός εμφανίζονται ως μη δογματικές αλλά κριτικές προσαρμογές στα ιστορικά διδάγματα και τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Στη σημερινή διάταξη των πολιτικών δυνάμεων καταλαμβάνουν συγκλίνοντας το χώρο της Κεντροαριστεράς, ενώ στο χώρο της Δεξιάς κυριαρχεί σταδιακά το πολιτικό ρεύμα του νεοσυντηρητισμού.

Πηγές:

Γιώργος Καριπίδης
Αγγελιοφόρος, 17/02/2006 

Από την ιστοσελίδα Διαρκής Μεταρρύθμιση
www.diamet.gr/el/sx_printText.asp?textID=1488

Σοσιαλισμός και ελευθερία.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από την εισαγωγή που έγραψαν η γαλλίδα φιλόσοφος Μονίκ Καντό-Σπερμπέρ και η ιταλίδα φιλόσοφος Νάντια Ουρμπινάτι για το βιβλίο «Liberal-Socialisti» (Marsilio 2004).

Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι σήμερα το μόνο ίσως ιδεώδες που απλώνει τις ρίζες του στην ευρωπαϊκή ηθική και πολιτική παράδοση και που διαθέτει μιαν ηπειρωτική και οικουμενική εμβέλεια.

Γεννημένος στην πιο ολοκληρωμένη του μορφή στη διάρκεια της ναζιστικής και φασιστικής λαίλαπας, ως αναζήτηση ενός οράματος χειραφέτησης που θα διέφερε από το κομμουνιστικό όραμα, ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι μια ιδέα προωθημένης δημοκρατίας, ανεκτικής και ανοιχτής κοινωνίας, που θα έχει στο επίκεντρό της την αξία του κάθε συγκεκριμένου προσώπου. Οχι το αφηρημένο άτομο του κλασικού φιλελευθερισμού ή το αγελαίο άτομο των κοινοτιστικών οραμάτων ή τέλος το άτομο που ορίζεται αποκλειστικά από τις υλικές του ανάγκες, όπως στον ταξικό σοσιαλισμό, αλλά αντίθετα το άτομο ως ανθρώπινη ύπαρξη που ζητάει σεβασμό και αναγνώριση στην κοινωνία στην οποία ζει, υποφέρει, έχει ανάγκες, έχει διάφορες πολιτιστικές και θρησκευτικές αξίες.

Η σοσιαλιστική ιδέα, θύμιζε ο Κάρλο Ροσέλι το 1930, γεννήθηκε αρχικά ως ηθική εξέγερση ενάντια στην οικονομική και κοινωνική αδικία, αλλά το νόημά της προσέλαβε σύντομα το χαρακτήρα καταγγελίας της αδικίας σε οποιαδήποτε μορφή αυτή παρουσιάζεται· τόσο όταν η αδικία είναι οικονομική εκμετάλλευση και φτώχεια, όσο και όταν είναι διάκριση εις βάρος των διαφορετικών και μισαλλοδοξία για λόγους προκατάληψης και κυριαρχίας της πλειοψηφίας.

Αυτός ο σοσιαλισμός, έγραφε ο Ροσέλι, καταγόταν από τις αξίες που εξέφρασε ο φιλελευθερισμός, επειδή όπως και ο φιλελευθερισμός έτσι και αυτός γεννήθηκε ως βούληση αντίστασης στην αυθαιρεσία απολυταρχικών εξουσιών και σε κάθε πειρασμό μονοπώλησης της εξουσίας. Οποιος θέλει να προχωρήσει ώς τα θεμέλια της ιδέας της δικαιοσύνης συναντά την ελευθερία, επειδή συναντά την αξία του προσώπου. «Επιθυμώ μόνο να επαναφέρω το σοσιαλιστικό κίνημα στις αφετηριακές του αρχές, στις ιστορικές και ψυχολογικές του ρίζες και να καταδείξω ότι ο σοσιαλισμός, σε τελική ανάλυση, είναι μια φιλοσοφία της ελευθερίας» έγραφε.

Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι ο κληρονόμος των οικουμενικών και ανθρωπιστικών αξιών που σημάδεψαν τον ευρωπαϊκό και δυτικό πολιτισμό από τις κλασικές και χριστιανικές απαρχές τους. Υπάρχει στο ιδεώδες του φιλελεύθερου σοσιαλισμού ένας υπόρρητος κανονιστικός οικουμενισμός, η ανάγκη να ξεκινήσουμε από κοινά σημεία για να μπορέσουμε να συζητήσουμε και να κάνουμε επιλογές, να διαχωριστούμε και να διαφωνήσουμε. Διαφωνούμε μόνον επειδή αλληλοκατανοούμαστε και χρησιμοποιούμε μια κοινή γραμματική. Η πολιτική διαλεκτική και η πολιτική σύγκρουση υπάρχουν εκεί όπου υπάρχει ένα κοινό σύνολο δημοκρατικών κανόνων, που καθιστούν τον άλλο ανταγωνιστή και πολιτικό αντίπαλο και ποτέ έναν ολικό εχθρό ή αντικείμενο περιφρόνησης. Αυτός είναι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής, στη θεμελίωση του οποίου συνέβαλαν φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές σε χρόνια στα οποία η διάκριση μεταφραζόταν, με τη βούληση των κρατών, σε φυσική βία.

Είναι γνωστό το ότι ιστορικά η φιλελεύθερη παράδοση και η σοσιαλιστική παράδοση βρέθηκαν συχνά σε σύγκρουση μάλλον παρά σε συμμαχία. Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός καλλιέργησε τη φιλοδοξία να αντιστρέψει αυτήν την τάση. Σε αυτό βασιζόταν ο «τρίτος δρόμος», μια έκφραση που επανερχόταν περιοδικά και επαναπροτεινόταν κάθε φορά ανάλογα με τα ζεύγη των αντιθέτων με τα οποία αναμετριόταν.

Οπως έδειξε ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, ο συγγραφέας που ίσως καλύτερα απ’ όλους αντιλήφθηκε τον παράδοξο και γι’ αυτό ερεθιστικό και ποτέ αναχρονιστικό χαρακτήρα του φιλελευθερο-σοσιαλιστικού σχεδίου (ή του φιλελεύθερου σοσιαλισμού), ο τρίτος δρόμος υπήρξε άλλοτε μεταξύ ντετερμινιστικού σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού του κατεστημένου (από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα μέχρι την έλευση του φασισμού), άλλοτε μεταξύ αντιτιθέμενων μορφών συγκεντρωτικού σχεδιασμού (φασιστικού ή σοβιετικού) και ενός είδους «φιλελεύθερου» κοινωνικού δαρβινισμού (στα χρόνια του μεσοπολέμου). Σε ποιο ζεύγος αντιθέτων αντιπροτείνεται σήμερα ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός;

Νομίζουμε πως μπορούμε να πούμε ότι ο τρίτος δρόμος είναι σήμερα μια συνεκτική σύζευξη της συνταγματικής δημοκρατίας με μια σημαντική συμπλήρωση: η δημοκρατία είναι κάτι περισσότερο από μια πολιτική μέθοδο συλλογικής απόφασης. Δεν είναι μόνον κανόνες του παιχνιδιού και οργάνωση των δημόσιων εξουσιών σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Η δημοκρατία είναι μια αξία, επειδή η αποδοχή των δημοκρατικών κανόνων και η εφαρμογή τους πηγάζει άμεσα από την ηθική προϋπόθεση ότι το πρόσωπο είναι το πρώτο θεμέλιο, ένα υποκείμενο που σεβόμαστε. Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός αντιλαμβάνεται το σοσιαλισμό ως χειραφέτηση της ανθρώπινης ύπαρξης και της κοινωνίας που πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα από την σταθερή υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας. Αντιλαμβάνεται το φιλελευθερισμό ως υπεράσπιση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, της ηθικής αυτονομίας του ατόμου και της ανεξαρτησίας του κοινωνικού σώματος σε σχέση με το κράτος, χωρίς ωστόσο να αγνοεί ότι η άσκηση της ελευθερίας δράσης απαιτεί υλικές και διανοητικές δυνατότητες, οι οποίες δεν μπορούν να επιτευχθούν έξω από την κοινωνική ζωή ή με την αδιαφορία για τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι δρουν και επιλέγουν. Φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός εμπνέονται από διαφορετικές αντιλήψεις της κοινωνίας και της πολιτικής δράσης. Ωστόσο, επειδή αυτά τα δύο κινήματα ενσαρκώνουν ζωντανές παραδόσεις, οι ιδέες τους δεν είναι δόγματα καθορισμένα μια για πάντα και επομένως οι διαφορές τους δεν μπορούν να σκληρυνθούν και να παγώσουν σε αμετάβλητους ορισμούς (…).

Πηγή: Άρθρο του Θανάση Γιαλκέτση στη Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Επίκαιρος ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός.

Της ΜΟΝΙΚ ΚΑΝΤΟ-ΣΠΕΡΜΠΕΡ*

 

Ο σοσιαλισμός εμφανίστηκε σε ιδιαίτερες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες: στις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Αναπτύχθηκε σε ένα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που σήμερα έχει ξεπεραστεί εντελώς.

 

Στη διάρκεια της ταραγμένης ιστορίας του προσπάθησε να συγκεράσει αντιτιθέμενα στοιχεία ή παραδόσεις: μιαν ηθική έμπνευση και μιαν επιστημονική θεωρία, μια φιλοσοφία της ελευθερίας και ένα ιδεώδες της βίαιης επανάστασης, ένα αίτημα δημοκρατίας και μια συγκεντρωτική και αυταρχική αντίληψη για τη δημόσια δράση, το σεβασμό του ατόμου και τη λατρεία της κρατικής εξουσίας, χωρίς ποτέ να αντιμετωπίσει ριζικά τις ανακολουθίες που μπορούσαν να προκύψουν από τόσο διαφορετικές δεσμεύσεις.

Εχει έρθει η στιγμή να σκεφτούμε για την ταυτότητα του σοσιαλισμού. Η επιστροφή στη φιλελεύθερη σοσιαλιστική παράδοση είναι σήμερα ωφέλιμη. Οι φιλελεύθεροι σοσιαλιστές θέλησαν να υπερασπιστούν φιλελεύθερες ιδέες με μιαν αληθινά σοσιαλιστική στράτευση. Στα μάτια των σοσιαλιστών που ήσαν προσδεδεμένοι σε μια μαρξίζουσα ορθοδοξία και κυρίως αντιτάσσονταν στο φιλελευθερισμό, αυτό αρκούσε για την καταδίκη τους.

Αυτό που καθιστά, ωστόσο, άδικη αυτήν την καταδίκη είναι το ότι αυτές οι ιδέες, οι ταυτόχρονα φιλελεύθερες (γιατί εξέφραζαν την υπεράσπιση όλων των ελευθεριών) και σοσιαλιστικές (γιατί αρνούνταν όλες τις μορφές υποδούλωσης που η άσκηση των ελευθεριών μπορεί μερικές φορές να δημιουργεί) βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο του στοχασμού των σοσιαλιστών. Πώς μπορούμε να παλέψουμε ενάντια στις δυνάμεις κυριαρχίας που υποκινούνται από τις αγορές; Πώς μπορούμε να δράσουμε έτσι ώστε η ιδιοκτησία, που είναι εργαλείο χειραφέτησης, να μην μετατρέπεται σε μέσο καταπίεσης αυτών που δεν κατέχουν τίποτα;

Πώς μπορούμε να εγγυηθούμε σε όλους τους πολίτες τη δυνατότητα μιας αληθινής πρωτοβουλίας στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο;

Βλέπουμε ότι η φιλελεύθερη έμπνευση στο σοσιαλισμό δεν περιορίζεται στην αναγνώριση του ρόλου των αγορών. Συμβάλλει πάνω απ’ όλα στο να θέτει το ζήτημα της κυριαρχίας και να επιδιώκει με συγκεκριμένους τρόπους την αλληλεγγύη. Θέλει να κατανοήσει τι ακριβώς σημαίνει εμβάθυνση της δημοκρατίας και ενίσχυση της αυτονομίας όλων.

Σημασία της κοινωνίας πολιτών, πλούτος του κοινωνικού κόσμου (συνδικαλιστικού και συνεταιριστικού), υπευθυνότητα, στοχασμός για το άτομο, ευρωπαϊκός φεντεραλισμός, όλα αυτά τα συνθήματα του σύγχρονου πολιτικού στοχασμού είναι συστατικά στοιχεία της φιλελεύθερης σοσιαλιστικής σκέψης.

Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι μια μη δογματική και ανοιχτή παράδοση του σοσιαλισμού, της οποίας η πολιτική αξιοπιστία φαίνεται να έχει σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιωθεί από την ιστορία των τελευταίων είκοσι χρόνων.

Είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα του σοσιαλιστικού κινήματος συγκροτήθηκε ενάντια στο δόγμα του laisser-faire που πηγάζει από τη φιλελεύθερη θεωρία, ενάντια στο οικονομικό χάος, τις αδικίες, την κοινωνική διάλυση που προκάλεσε η ελεύθερη αγορά.

Γι’ αυτό το λόγο συνδέουν συχνά το σοσιαλισμό με τον κρατισμό. Αλλά ένα μεγάλο μέρος της σοσιαλιστικής παράδοσης υπήρξε αντίθετο στον κρατισμό.

Από τις απαρχές του σοσιαλισμού, στα μέσα του 19ου αιώνα, βλέπουμε να εμφανίζεται ένας σοσιαλισμός των ελευθεριών, που έχει πολλές κοινές πεποιθήσεις με το φιλελευθερισμό: άρνηση της συλλογικής ιδιοκτησίας, υποστήριξη των δημόσιων ελευθεριών και του ρεφορμισμού, φροντίδα για το άτομο, αναγνώριση της κοινωνικής αυτονομίας, δυσπιστία απέναντι στο κράτος ή ακόμη και υπεράσπιση της οικονομικής ελευθερίας και της αγοράς. Είναι η περίπτωση του Προυντόν και των επιγόνων του Φουριέ. Παράλληλα, από τα τέλη του 19ου αιώνα, πολλοί φιλελεύθεροι έδειξαν ευαισθησία για το κοινωνικό ζήτημα και ανέπτυξαν έναν στοχασμό για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να εξαλειφθούν οι αδικίες της αγοράς.

Η ριζική αντιπαράθεση φιλελεύθερης και σοσιαλιστικής θεωρίας αρχίζει από τη στιγμή -στη δεκαετία του 1880- που ο σοσιαλισμός γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μαρξιστικός.

Πριν από αυτή τη χρονική στιγμή το σοσιαλιστικό κίνημα ήταν πολύ πιο πολύμορφο. Ορισμένοι σοσιαλιστές αρνούνταν, όπως και οι φιλελεύθεροι, τον ιστορικό ντετερμινισμό και την κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής. Και ευνοούσαν τις ελεύθερες οργανώσεις των εργαζομένων, τις κοινωνικές ομαδοποιήσεις της βάσης, τις πρωτοβουλίες της κοινωνίας, την ελεύθερη οργάνωση της επιχείρησης, την αυτόνομη κοινοτική διεύθυνση.

Το πρόγραμμα του φιλελεύθερου σοσιαλισμού είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρο. Ο σοσιαλισμός είναι ένα σχέδιο ατομικής και συλλογικής χειραφέτησης. Σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται, ο σοσιαλισμός πρέπει να βρει δρόμους κοινωνικά ωφέλιμης ανάπτυξης, πρέπει να εξαλείψει τις νέες ανισότητες, να δώσει στα πρόσωπα μέσα δράσης που θα αντιστοιχούν στις νέες ανάγκες του σημερινού κόσμου.

Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός αρνείται τόσο τη διοικούμενη οικονομία όσο και την ιδέα ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αυτορυθμίζεται αυθόρμητα. Η επεξεργασία κανόνων που πρέπει να εφαρμόζονται στην οικονομική ζωή, στην κλίμακα του έθνους, της Ευρώπης και του κόσμου, είναι ένα από τα μείζονα πολιτικά καθήκοντα.

* Η ΜΟΝΙΚ ΚΑΝΤΟ-ΣΠΕΡΜΠΕΡ είναι φιλόσοφος και διευθύντρια ερευνών στο CNRS.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Η πολιτική των ίσων ευκαιριών, η πολιτική του μέλλοντος…

΄΄Όλοι πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες ώστε να μπορούν να διεκδικήσουν την ίδια επιτυχία στη ζωή τους ανεξαρτήτως φύλλου, εθνικότητας, οικογένειας, οικονομικού ή κοινωνικού περίγυρου. Αυτός είναι ο επόμενος ιστορικός στόχος΄΄, υποστηρίζει ο John Roemer, αμερικανός οικονομολόγος και πολιτικός φιλόσοφος, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Yale.

  Μετά από τα επεισοδιακά φοιτητικά του χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Berkley, ως δυναμικό μέλος του ριζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος της εποχής, έγινε σύντομα γνωστός με το συγγραφικό του έργο ως ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές οικονομολόγους, παρ΄ ότι στη πορεία της καριέρας του δέχθηκε σκληρή κριτική από τους παραδοσιακούς μαρξιστές. Πλέον θεωρεί τον εαυτό του εξισωτιστή και όχι μαρξιστή. Το βασικό ερώτημα που τον απασχολεί είναι το πώς θα μπορούν να προστατευτούν οι λιγότερο τυχεροί από την ανισότητα που αποτελεί χαρακτηριστικό των σύγχρονων φιλελεύθερων οικονομιών. Ζήτημα που όπως επισημαίνει πρέπει να αντιμετωπιστεί πρακτικά κι όχι θεωρητικά όπως γίνεται μέχρι τώρα.

  Το όχημα για τις ίσες ευκαιρίες είναι κατ΄ αρχάς η πρόσβαση στην εκπαίδευση. Το κράτος πρέπει να δαπανήσει περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση ενός παιδιού που μεγαλώνει με γονείς που είναι για παράδειγμα, λιγότερο μορφωμένοι από άλλους.

  Ο John Roemer προτείνει έναν αλγόριθμο για το πώς μπορούν να σχεδιαστούν πολιτικές ίσων ευκαιριών, χωρίς να επηρεάζεται η δημιουργία πλούτου. Δεύτερο βήμα είναι η καταπολέμηση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού και τρίτο η προστασία του περιβάλλοντος, ώστε τα παιδιά μας να κληρονομήσουν ίδια ποιότητα διαβίωσης με εμάς.

Αϊνστάιν και σοσιαλφιλελευθερισμός…

Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι κατά τη γνώμη μου η πραγματική ρίζα του κακού. Τι ιδιωτικό κεφάλαιο συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια και ο εντεινόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνει τον σχηματισμό μεγαλύτερων μονάδων παραγωγής εις βάρος των μικρότερων. Το αποτέλεσμα είναι μια ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, που η τεράστια εξουσία της δεν μπορεί να ελεγχθεί ούτε από τη δημοκρατικά οργανωμένη πολιτικά κοινωνία. Αυτό συμβαίνει επειδή τα μέλη των νομοθετικών σωμάτων επιλέγονται από τα πολιτικά κόμματα, που χρηματοδοτούνται ή επηρεάζονται από καπιταλιστές. Έτσι, οι αντιπρόσωποι του λαού δεν προστατεύουν αρκετά τα συμφέροντά των μη προνομιούχων τμημάτων του πληθυσμού. Επίσης, κάτω από αυτές τις συνθήκες οι καπιταλιστές αναπόφευκτα ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τις κύριες πηγές ενημέρωσης (εφημερίδες, ραδιόφωνο, παιδεία). Είναι λοιπόν εξαιρετικά δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις σχεδόν αδύνατο να καταλήξει ο πολίτης σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να χρησιμοποιεί ευφυώς τα πολιτικά του δικαιώματα.

  Αυτός ο ακρωτηριασμός του ατόμου είναι πιστεύω το χειρότερο κακό του καπιταλισμού. Είμαι πεπεισμένος πως μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με έναν τρόπο: Με την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας και με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα είναι προσανατολισμένο σε κοινωνικούς στόχους. Σε μια τέτοια οικονομία, τα μέσα παραγωγής είναι ιδιοκτησία της κοινωνίας και χρησιμοποιούνται με σχεδιασμό. Μια σχεδιασμένη οικονομία, που προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας θα διανέμει την εργασία σε όλους εκείνους που μπορούν να εργαστούν και θα εγγυάται τα προς το ζην σε κάθε άνδρα, γυναίκα, παιδί. Η μόρφωση του ατόμου, μαζί με την καλλιέργεια των έμφυτων ικανοτήτων, θα τείνουν να αναπτύξουν μέσα του ένα αίσθημα υπευθυνότητας έναντι των συνανθρώπων του, που θα αντικαταστήσει την αποθέωση της εξουσίας και της επιτυχίας που βλέπουμε σήμερα στην κοινωνία μας.

  Το επίτευγμα του σοσιαλισμού όμως απαιτεί τη λύση μερικών εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Πως μπορεί, σε μια συγκεντρωτική πολιτική και οικονομική εξουσία, να αποτραπεί η ανάπτυξη μιας πανίσχυρης και αλαζονικής γραφειοκρατίας; Πως μπορούν να προστατευτούν τα δικαιώματα του ατόμου και να εξασφαλιστεί ένα δημοκρατικό αντίβαρο στην εξουσία της γραφειοκρατίας; Αυτοί ήταν κάποιοι από τους προβληματισμούς που έθεσε ο Αλβέρτος Αϊνστάιν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Monthly Review to 1949.

  Σήμερα όμως, γνωρίζουμε πως η λύση είναι απλή: ‘’αρκεί να μπολιάσουμε το σοσιαλισμό με τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης σκέψης. Ένα μικτό ανθρωποκεντρικό σύστημα, στο οποίο προστατεύονται τα ατομικά δικαιώματα, η ελευθερία έκφρασης και δράσης και παράλληλα επιδιώκεται η κοινωνική συνοχή και η ευημερία του συνόλου, συνιστούν τον ορισμό της δίκαιης κοινωνίας. Η δίκαιη κοινωνία, μπορεί κάλλιστα να εξαφανίσει τη πιθανότητα εμφάνισης αλαζονικών και αυταρχικών συμπεριφορών που δημιουργεί ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας’’.        

 

 

Κράτος και κρατισμός…

του Χάρη Παμπούκη,

1- Η άνοδος της ασημαντότητας που σωστά προέβλεψε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στηρίζεται, αφενός στην ευκολία των συγχύσεων που πυροδοτεί η παντοκρατορία της εικόνας πάνω στο λόγο και αφετέρου, στη διάλυση των δημόσιων χώρων. Το κεφαλαιώδες θέμα της διαλύσεως του δημόσιου χώρου το έχω επισημάνει ήδη και ευτυχώς, προστίθεται σε άλλες εγκυρότατες φωνές, όπως αυτή του Δημήτρη Τσάτσου, που από χρόνια επισημαίνει, με παρεμφερείς όρους, την ιδιοποίηση της πολιτικής.

2- Υπάρχει ένα ζήτημα στο οποίο η σύγχυση εννοιών και λειτουργιών, συναντά τη διάλυση του δημόσιου χώρου και αυτό είναι η σχέση του κράτους με τον κρατισμό.

(Ι) Η αναγέννηση της συλλογικότητας: δημόσιος χώρος, γενικό συμφέρον, Κράτος

3- Τι είναι όμως δημόσιος χώρος; Είναι οι ελεύθερα προσβάσιμοι χώροι, με ελεύθερη συμμετοχή, στους οποίους εξυπηρετούνται το γενικό συμφέρον ή συλλογικά συμφέροντα, με ιδέες ή πράξεις των συμμετεχόντων. Ο δημόσιος χώρος είναι δηλαδή άρρηκτα συνδεδεμένος με τη συμμετοχή, τη συλλογικότητα – και έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινωνικών δεσμών. Η ανάπτυξη νέων συλλογικοτήτων είναι αυτή που εγγυάται την οριοθέτηση του ανταγωνισμού των ατομικών συμφερόντων και του ατομισμού, την ισονομία, την ισηγορία, την προστασία των αδυνάτων, την προστασία δημόσιων αγαθών (όπως το περιβάλλον), είναι αυτή που εγγυάται τη λειτουργία του ατόμου εντός κοινωνίας και είναι, τέλος, αυτή που έχει ως σκοπό την αυτονομία – συλλογική και ατομική – όχι όμως την ιδιοτέλεια.

4- Ο «φιλελεύθερος κοινωνισμός», ο ανθρωπιστικός φιλελεύθερος σοσιαλισμός, εκφράζει ακριβώς αυτό: την αυτοδιάθεση ενός συνόλου που έχει σκοπό την πραγμάτωση κάποιου γενικού σκοπού, του δημόσιου συμφέροντος. Και θέλω εδώ να επικαλεστώ την παράδοσή μας και να επισημάνω ότι στην αρχαία πολιτεία, στην οποία κυριαρχούσε ο πολίτης έναντι του ατόμου, ο «ιδιώτης» είχε την έννοια του ανόητου, ήταν όρος που εξέφραζε απαξία έναντι της σύλληψης του πολίτη ως κοινωνικού έλλογου όντος. Μια κυρίαρχη και επίκαιρη κοινωνική διάκριση δηλαδή είναι σήμερα μεταξύ αυτών που προκρίνουν τη «λογική της πάρτης μου» έναντι αυτών που υπηρετούν τη λογική του «ενδιαφέροντος για το σύνολο και δια του συνόλου», μεταξύ των πολιτών και των ατόμων, μεταξύ αυτών που προκρίνουν την ελευθερία εντός της δικαιοσύνης και εκείνων που την αντιλαμβάνονται απόλυτα, μεταξύ της συλλογικότητας ή του ατομισμού. Που αντιλαμβάνονται την πρόοδο ως κατάκτησή τους σαν μέλη συνόλου και όχι ως ατομική κατάκτηση. Αυτοί συμμερίζονται αυτό που και η Χ. Άρεντ είχε επισημάνει ως προς την ταυτότητα του ατόμου, ότι δεν είναι δηλαδή νοητή εκτός συνόλου. Και αυτή η διάκριση επανοηματοδοτεί στον πυρήνα της κατά τη γνώμη μου τη σύγχρονη αντίληψη περί δεξιάς και αριστεράς.

5- Στην κορυφή των συλλογικοτήτων – και θα έλεγα ο θεσμός που κυριάρχησε και κυριαρχεί στη σύγχρονη εποχή την οποία και χαρακτηρίζει – είναι το Κράτος. Οι αντιλήψεις για το Κράτος (ως προς το ρόλο και τις λειτουργίες του) είναι πολλές και φυσικά δεν υπάρχει εδώ χώρος για μια τέτοια συζήτηση θεωριών του Κράτους. Εκτός από την κυρίαρχη ακόμη θεσμική θεώρηση, για το Κράτος υπάρχουν πλουραλιστικές αντιλήψεις όπως αυτή του Dahl, ή προτάσεις για τον επανακαθορισμό της δημόσιας σφαίρας του Habermas ως ενδιάμεσος χώρος επικοινωνίας μεταξύ Κράτους και κοινωνίας των πολιτών, κ.λπ.

6- Αυτό όμως που αξίζει εδώ να επισημανθεί είναι ότι το Κράτος, που υπέστη οξύτατη κριτική τα τελευταία χρόνια, το Κράτος που βρέθηκε σε κρίση λόγω της παγκοσμιοποίησης, έχει αναγεννηθεί. Και από τη λογική της ελαχιστοποίησής του, που υπαγορεύει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός, κατευθυνόμαστε στον επανακαθορισμό των δημόσιων αγαθών, πολιτικών και λειτουργιών και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του, που υιοθετεί ο πολιτικός πραγματισμός. Το κράτος και ο δημόσιος χώρος, ανασυντίθενται. Η τάση αυτή, της αυξανόμενης σημασίας του Κράτους, επισημαίνεται από προσωπικότητες που δεν τους βαρύνει η υποψία για φιλοκρατισμό ή συγκεντρωτισμό, όπως ο κριτικός φιλελεύθερος Σόρος ή ο νεοσυντηρητικός Φουκουγιάμα.

7- Είναι εξάλλου χαρακτηριστική η περίπτωση της Αγγλίας όπου, αντίθετα με την κοινή πρόσληψη και όσα αβασάνιστα συχνά λέγονται, μια προσεκτική ματιά φανερώνει ότι ο Μπλερ έκτισε ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος και μάλιστα εκτεταμένο, άλλης όμως λογικής, πάνω στις τομές του Θατσερισμού, επιτυγχάνοντας έναν συνολικό κοινωνικό εκσυγχρονισμό.

(ΙΙ) Ο κρατισμός ως ανελευθερία και συντηρητική νοοτροπία

8- Πιστεύω ότι κάθε θεσμός, κάθε οργανισμός, έχει την τάση να αναπτύσσει κοινωνική στρέβλωση. Και στην περίπτωση του Κράτους, η στρεβλή ανάπτυξή του είναι ο κρατισμός. Η σύγχυση όμως Κράτους ως ύψιστου συλλογικού θεσμού και κρατισμού ως παραμορφωτικής λειτουργίας, που επιχειρείται, ορισμένες φορές εκ του πονηρού, για να περισταλεί το Κράτος στην εγγυητική του λειτουργία, είναι απαράδεκτη.

9- Τι είναι όμως ο κρατισμός; Η έννοια είναι σύνθετη και καλύπτει, κατά τη γνώμη μου, νοοτροπία και στόχο. Ο κρατισμός ως στόχος είναι η ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου. Ιδιοποίηση είναι η κατάληψη θεσμού γενικού συμφέροντος και η χρήση του για ιδιοτελείς σκοπούς ατόμου ή ομάδας. Η ιδιοποίηση είναι πολύμορφη και εκφράζεται και με τη γραφειοκρατία, τον κομματισμό, κ.λπ. Το κύριο γνώρισμα είναι ότι η συμμετοχή στη λειτουργία της πολιτείας μετατρέπεται σε μονοπώλιο ιδιοτελούς εξουσίας. Με τη διάλυση του δημόσιου χώρου και την ιδιοποίησή του, το γενικό συμφέρον καθίσταται κόμβος συναλλαγής, σημείο συνάντησης διακυβέρνησης και διαπλοκής.

10. Ο κρατισμός ως νοοτροπία, είναι ευρύτερο φαινόμενο που επιδρά στην πολιτισμική νοοτροπία. Είναι η παθητική στάση των πολιτών που αναζητούν το βόλεμά τους στο Κράτος, που αναπτύσσουν νοοτροπία βολέματος, που υπερνικούν τους φόβους και τις αβεβαιότητές τους με μια θέση στον ήλιο του δημοσίου. Ο κρατισμός ως νοοτροπία, εκφράζει τη σιγουριά χωρίς ρίσκο, την προαγωγή χωρίς ιδρώτα, την επικράτηση του «κονέ» σε βάρος της αξίας. Με μια κουβέντα, εκφράζει ένα μέρος του παρασιτισμού.

Ο κρατισμός στηρίζεται στη φοβία, περιορίζει την αυτονομία του ατόμου, ρημάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, υποσκάπτει τους κανόνες και τις αξίες, υποθηκεύει την αξιοκρατία, δε στηρίζει την κοινωνική αναδιανομή εισοδημάτων και την ισότητα δικαιωμάτων και δυνατοτήτων. Το κυριότερο όμως αποτέλεσμα της κοινωνικά εγκληματικής του δράσης είναι ότι οργανώνει την φαυλότητα και αποστερεί από το έθνος την αυτοπεποίθησή του. Συγκροτεί πολιτισμικά μια αντικοινωνική νοοτροπία, μια νοοτροπία περί μη τηρήσεως κανόνων που υποθάλπει τη διαφθορά. Συντηρεί κανόνες δύο ταχυτήτων και πλήττει καίρια την ισονομία και την ισοπολιτεία.

Πολλές φορές υπάρχει σύγχυση. Καταγγέλλουμε το Κράτος και εννοούμε τον κρατισμό. Αυτό που είναι κρίσιμο, είναι, συνεπώς, να διαχωρίσουμε τον κρατισμό από το Κράτος και να πούμε όχι στον κρατισμό και ναι στην αναμόρφωση του Κράτους, στην ανασύνθεση του δημόσιου χώρου και στη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτεία μας. Η σύγχρονη δημοκρατία δεν υπάρχει χωρίς σύγχρονους δημόσιους χώρους. Η πρόοδος δεν επιτυγχάνεται εάν δεν απαλλαγούμε από τις δυνάμεις της καθυστέρησης και των οργανωμένων ιδιοτελών συμφερόντων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται ο κρατισμός ως νοοτροπία και ως πράξη.

*Ο Χ. Π. Παμπούκης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Παν/μίου Αθηνών.

Πηγή: http://metarithmisi.gr/

 

Ζολώτας, Καστοριάδης και κομμουνισμός.

Μια δημόσια αντιπαράθεση πριν από 60 χρόνια του κορυφαίου οικονομολόγου και του διάσημου φιλόσοφου

Νοέμβριος 1945. Ενα χρόνο μετά την απελευθέρωση. Προεόρτια Εμφυλίου, με τη λευκή τρομοκρατία να απλώνεται σε όλη τη χώρα. Η «Εταιρεία Σοσιαλιστικών Μελετών» οργανώνει την τρίτη δημόσια συζήτηση των μελών της. Ομιλητής ο Ξενοφών Ζολώτας με θέμα: «Οι συντελεσταί της κοινωνικής ευημερίας». Ηδη εξέχων καθηγητής ο Ζολώτας, τοποθετεί τον εαυτό του στο χώρο του «φιλελεύθερου σοσιαλισμού». Στο ακροατήριό του ξεχωρίζουν οι σοσιαλιστές Γρηγορογιάννης και Σκουριώτης, καθώς και ο νεαρός Κορνήλιος Καστοριάδης, μέλος τότε της τροτσκιστικής ομάδας του Στίνα. Δυο βδομάδες αργότερα ο Καστοριάδης έφευγε για σπουδές -και τελικά, μόνιμη εγκατάσταση- στο Παρίσι.

Η ανταλλαγή των απόψεων, βαθιά επηρεασμένη από την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, στρέφεται γύρω από ζητήματα που παραμένουν απολύτως επίκαιρα. Μεταφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα, όπου αναδύεται ένας άγνωστος Ζολώτας αλλά και ένας άλλος Καστοριάδης από αυτόν που μάθαμε τα τελευταία χρόνια.

ΖΟΛΩΤΑΣ: Το πρόβλημα της κοινωνικοοικονομικής ευημερίας δεν είναι τόσον απλούν όσον φαίνεται εις την πρώτην όψιν. Εις τας συζητήσεις που γίνονται μεταξύ των διαφόρων ιδεολογικών και πολιτικών παρατάξεων τίθενται ως επί το πλείστον ποικίλλοντα υποκειμενικά κριτήρια, τα οποία οδηγούν κάθε φοράν εις διάφορα συμπεράσματα. Χαρακτηριστική είναι η άβυσσος που χωρίζει τους απολογητάς της κεφαλαιοκρατίας από τους σοσιαλιστάς.

Οι πρώτοι υποστηρίζουν ως γνωστόν ότι η μεγαλύτερα κοινωνικοοικονομική ευημερία επιτυγχάνεται μόνον εις το κεφαλαιοκρατικόν καθεστώς, καθόσον μόνον εις αυτό πραγματοποιείται η μεγαλυτέρα παραγωγικότης και εξασφαλίζονται αι δυνατότητες συνεχούς αναπτύξεώς της. Ετσι, λέγουν, παρά την άνισον διανομήν του εισοδήματος επιτυγχάνονται δι’ όλους καλλίτεροι όροι διαβιώσεως ή εις οιονδήποτε άλλο καθεστώς.

Αντιθέτως οι σοσιαλισταί ισχυρίζονται ότι, ακόμη και εάν ελειτούργει ιδεωδώς το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα ανεξάρτητα από τα ηθικά του μειονεκτήματα, πάλιν δεν θα ήτο εις θέσιν να πραγματοποιήση την μεγαλυτέραν κοινωνικοοικονομικήν ευημερίαν διά τας λαϊκάς τάξεις. Το κεφαλαιοκρατικόν όμως σύστημα ως διεμορφώθη και λειτουργεί εις την πραγματικότητα παρουσιάζει προϊούσαν ελαττωματικότητα εις την παραγωγικήν διαδικασίαν. Ετσι όχι μόνον την μεγαλυτέραν παραγωγικότητα δεν εξασφαλίζει, αλλά με τα φαινόμενα της διαρκούς υποαπασχολήσεως, των κυκλικών διακυμάνσεων κ.λπ. αφήνει εις αδράνειαν κολοσσιαίας παραγωγικάς δυνάμεις και εγκαταλείπει εις την εξαθλίωσιν ευρυτάτας εργατικάς μάζας. Πρόκειται περί ενός οικονομικώς και ηθικώς ελαττωματικού συστήματος, το οποίον πόρρω απέχει από του να εγγυάται την κοινωνικοοικονομικήν ευημερίαν.

Ανάλογον αντίθεσιν απαντώμεν μεταξύ φιλελευθέρων σοσιαλιστών και αυταρχικών σοσιαλιστών ή κομμουνιστών. Οι πρώτοι υποστηρίζουν ότι μόνον διά της χρησιμοποιήσεως του μηχανισμού των τιμών ως μέσου οικονομικού υπολογισμού και της υιοθετήσεως κατά βάσιν της ελευθερίας της εργασίας και της καταναλώσεως ένα σοσιαλιστικόν καθεστώς δύναται να επιτύχη την μεγαλυτέραν κοινωνικοοικονο-μικήν ευημερίαν.

Οι δεύτεροι διατείνονται ότι η μεγαλυτέρα παραγωγικότης επιτυγχάνεται διά της υποκαταστάσεως εις τον μηχανισμόν των τιμών του Κράτους, το οποίον θα καθορίζει τι, πόσον και πώς θα παραχθή και τι, πόσον και πώς θα διανεμηθή, πράγμα που σημαίνει αναγκαστικήν εργασίαν, αναγκαστικήν κατανάλωσιν και αυταρχικήν γενικώς οργάνωσιν της οικονομίας και συνεπώς και της κοινωνίας καθόλου. (…)

Η ατομιστική οργάνωσις υπό την μορφήν της κεφαλαιοκρατίας δεν κατόρθωσε να λύση το πρόβλημα της μεγαλυτέρας παραγωγικότητας παρά την σημαντικήν πρόοδον που παρουσίασε ο οικονομικός βίος υπό το καθεστώς της. Η κυριωτέρα αποτυχία της κεφαλαιοκρατίας εις το πεδίον της παραγωγικότητας ευρίσκεται εις το φαινόμενον της μονίμου και κυκλικής υποαπασχολήσεως, των παραγωγικών μέσων και των εργατικών δυνάμεων, που ενετάθη επικίνδυνα κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας. Ατελείωτη σειρά εργοστασίων ευρίσκονται χωρίς απασχόλησιν ή εις ημιαπασχόλησιν, εκατομμύρια εργατών παραμένουν άνεργοι, γεωργικά προϊόντα καίονται ή ρίπτονται εις την θάλασσαν, ενώ παράλληλα υπάρχει δυστυχία και αθλιότης. Το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, εκτός από την ηθικήν μειονεκτικότητα, παρουσιάζει παραγωγικήν ελαττωματικότητα, που χειροτερεύει καθημερινά.

Αντιθέτως η σοσιαλιστική οργάνωσις η βασιζόμενη επί του μηχανισμού των τιμών δύναται να εξασφάλιση μεγαλυτέραν παραγωγικότητα τόσον από την συγκεκριμένην όσον και από την ιδεατήν μορφήν της ατομιστικής οργανώσεως.

ΓΡΗΓΟΡΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ή αντίθεση που παρουσίασε ο κ. Ζολώτας στην εισήγησή του μεταξύ «φιλελεύθερου» και «αυταρχικού» σοσιαλισμού ή κομμουνισμού είναι απαράδεκτη. (…) Αν ο κ. Ζολώτας σαν αυταρχικό σοσιαλισμό (από οικονομική άποψη, γιατί η πολιτική πλευρά δεν εξετάζεται) εννοεί ό,τι έγινε στην Ε.Σ.Σ.Δ., παρατηρούμε: όλοι οι περιορισμοί της κατανάλωσης που έγιναν στα πρώτα ιδίως χρόνια του πολεμικού κομμουνισμού δεν υπήρξαν παρά η αναγκαία η επιβαλλόμενη συνέχεια της τρομακτικής καθυστέρησης της Ε.Σ.Σ.Δ., των καταστροφών που υπέστη απ’ τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και της απομόνωσής της. Καμμιά χώρα που στο μέλλον θα βρεθή υπό ανάλογες συνθήκες δεν θα μπορέση να αποφύγη μια σχετικά αυταρχική ρύθμιση της κατανάλωσης (σύστημα δελτίων κ.τ.λ.) στα πρώτα της βήματα, έστω και αν οι θεωρητικοί του κόμματος που θα καταλάβη την εξουσία ανήκουν στη σχολή του φιλελεύθερου σοσιαλισμού. Τότε όμως θα πρόκειται για μέτρα προσωρινά και αυτό δεν αρκεί για να θεμελιώση μια τόσο μεγάλη διάκριση.

Γενικώτερα παρατηρούμε ότι η εγγύηση της δημοκρατικότητας του νέου καθεστώτος δεν εξαρτάται τόσο από το πώς θα λειτουργεί ο μηχανισμός των τιμών αλλά από την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας με ειδική περίπτωση την ελευθερία των συνδικάτων και την συμμετοχή τους στην κίνηση της παραγωγής. Η ελευθερία για το σοσιαλισμό δηλαδή βασίζεται πρώτα στην ελευθερία των πολιτών και ύστερα στην ελευθερία των καταναλωτών.

ΣΚΟΥΡΙΩΤΗΣ: Νομίζω πως τα στοιχεία της ευημερίας μπορούν να περιοριστούν σε δύο μόνο: την παραγωγικότητα και την οικονομική δικαιοσύνη. Οικονομική δικαιοσύνη δεν είναι μόνο η διανομή του εισοδήματος ανάλογα με την εργασία. Είναι και η εξασφάλιση ενός κατωτέρου ορίου εισοδήματος για τον κάθε πολίτη, ικανού να του επιτρέπη μια ζωή άνετη και πολιτισμένη. Οι διαφορές θα αρχίζουν αφού εξασφαλιστεί πρώτα το κατώτερο αυτό όριο. Επειτα και η αρχή της αμοιβής ανάλογα με την εργασία δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποκλειστικά. Είναι περιπτώσεις που πρέπει να καταφύγουμε και στην αμοιβή ανάλογα με τις ανάγκες (de chacun selon ses capacites, a chacun selon ses besoins). Η αρχή αυτή αποτελεί ένα ιδανικό για μια πολύ εξελιγμένη σοσιαλιστική κοινωνία, τα πράγματα όμως αναγκάζουν να εφαρμοστεί και στη λιγότερο εξελιγμένη, κάπου κάπου και στην αστική ακόμη. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της ανικανότητας για εργασία, που και η αστική ακόμη κοινωνία αναγκάζεται να τις φροντίζει, κάνοντας τις κοινωνικές ασφαλίσεις.

ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ: Επιμένω να ξεκαθαριστεί η σύγχυση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στις έννοιες του «πολεμικού κομμουνισμού» και της «ανώτερης βαθμίδας του κομμουνισμού». Και ο ομιλητής και πολλοί άλλοι, κάνοντας κριτική στα κομμουνιστικό σύστημα οργάνωσης της οικονομίας, αναφέρονται σε φαινόμενα που προσιδιάζουν στον πολεμικό κομμουνισμό, κι αυτό κάνει την επιχειρηματολογία τους να μη στέκεται σε στέρεο έδαφος. Ετσι π.χ. όσα λένε για αναγκαστική εργασία και κατανάλωση. Για τον Μαρξ αντίθετα, η κομμουνιστική κοινωνία, που προϋποθέτει ανάπτυξη τεχνικής σε βαθμό άρσης της στενότητας, είναι η κοινωνία που παρέχει στα μέλη της την πλήρη ελευθερία εργασίας και κατανάλωσης, που εκφράζεται με τον κανόνα «απ’ τον καθένα κατά τις ικανότητές του, στον καθένα κατά τις ανάγκες του». Η ενδεχόμενη υποθετικότητα μιας τέτοιας κοινωνίας δεν έχει απ’ την εδώ άποψη σημασία.

Απ’ την άλλη μεριά, συμφωνώ με την άποψη του ομιλητή για την αδυναμία θεμελίωσης ενός γενικού ηθικού δέοντος με την εξής έννοια. Η φιλοσοφική (θεωρητική) ηθική μπορεί να καταλήξει ή να έχει κιόλας καταλήξει σ’ ένα τέτοιο σύστημα δεόντων με λογική θεμελίωση, αλλά για τη συζήτησή μας ενδιαφέρει όχι η λογική, αλλά η κοινωνική ισχύς ενός τέτοιου συστήματος, ισχύς πού είναι πάντα σχετική και προβληματική. Γι’ αυτό το ιδεώδες της κοινωνικής ευημερίας με την έννοια που του έδωσε ο ομιλητής πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα αξίωμα της οικονομικοπολιτικής έρευνας, που η αποδοχή του δικαιολογείται απ’ το ότι το εγκολπώνονται σήμερα οι μεγάλες λαϊκές πλειοψηφίες.

ΖΟΛΩΤΑΣ: Εις τον κ. Γρηγορογιάννην έχω να απαντήσω ότι η διάκρισις την οποίαν έκαμα μεταξύ αυταρχικού και φιλελεύθερου σοσιαλισμού ανταποκρίνεται εις ωρισμένας τάσεις που υπάρχουν εις το στρατόπεδον των σοσιαλιστών. Χωρίς να κάμνωμεν καμμίαν σύνδεσιν των οπαδών κάθε μιας των παρατάξεων με τον Μαρξισμόν εκ της σχετικής βιβλιογραφίας και των πολιτικών τάσεων προκύπτει ότι οι Μαρξισταί ως επί το πλείστον ανήκουν εις την παράταξιν των αυταρχικών σοσιαλιστών, άσχετα αν άλλοι μεν θεωρούν τον αυταρχισμόν ως ενδιάμεσον στάδιον και άλλοι ως οριστικόν. Κατά την γνώμην μου, η μεγαλυτέρα κοινωνική ευημερία δύναται να επιτευχθή μόνον διά του φιλελευθέρου σοσιαλισμού, όστις είναι προσηρμοσμένος προς την ανθρωπίνην φύσιν. (…)

Με τον κ. Σκουριώτην συμφωνώ εις τα περισσότερα σημεία. Αν δεν ωμίλησα περί της εξασφαλίσεως της υπάρξεως εις την σοσιαλιστικήν οργάνωσιν δεν το έπραξα διότι τούτο αποτελεί βασικήν επιδίωξίν του συνυφασμένην με αυτήν ταύτην την φύσιν του συστήματος. Ως προς το ζήτημα της ελευθερίας της εργασίας παρατηρώ ότι αυτή δεν σημαίνει ασυδοσίαν. Βεβαίως θα υπάγεται εις περιορισμούς, αλλά εξ άλλου δεν είναι ανεκτή διά μίαν οργάνωσιν επιδιώκουσαν την ευημερίαν της κοινωνίας η στρατικοποίησις της εργασίας.

Εάν το κράτος υπερβή ωρισμένα όρια εις τον περιορισμόν της ελευθερίας της εργασίας κινδυνεύει να προκαλέσει μείωσιν της ευημερίας των ατόμων μεγαλυτέραν από την αύξησιν της ευημερίας την οποίαν δύναται να προκαλέση η αύξησις τυχόν της παραγωγής εκ της αυταρχικωτέρας ρυθμίσεως της εργασίας. Εφ’ όσον θα υπάρχη διαφορισμός μισθών η κατανομή της εργασίας θα γίνεται αυτομάτως και μάλιστα κατά τον πλέον δίκαιον τρόπον, δεδομένου ότι εις τας πλέον επαχθείς και επικινδύνους εργασίας όπου η συμβολή του εργαζομένου θα είναι μεγαλυτέρα και η αμοιβή δέον να είναι μεγαλυτέρα δια να προσελκυθούν εργάται. Αυτό ακριβώς μας φέρει πλησιέστερον προς την πραγματοποίησιν της αρχής «έκαστος αναλόγως της συμβολής του εις το έργον της παραγωγής», η οποία αποτελεί κατά την γνώμην μου και την δικαιοτέραν διανομήν του εισοδήματος. (…) Ως προς τας παρατηρήσεις του κ. Καστοριάδη αναφέρομαι εις όσα είπα διά τους κ.κ. Γρηγορογιάννην και Σκουριώτην.

 

———————

Εταιρεία Σοσιαλιστικών Μελετών, Ανακοινώσεις, τ. 3, Αθήναι, εκδ Αργύρης Παπαζήσης, 1946.

 

(Ελευθεροτυπία, 19/6/2004)

 

www.iospress.gr                                           

ΤΟ ΠΑΣΟΚ, εγώ και η ιδεολογική σύγχυση!

του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΜΑΝΟΥ*


Στην αντιπαράθεση για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ δεν ανακατεύομαι. Δεν μου πέφτει λόγος. Όμως, μια πτυχή της αντιπαράθεσης με αγγίζει. Καταμαρτυρούν στον κ. Γ. Παπανδρέου ότι με το να συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιο επικρατείας το 2004 τους Ανδριανόπουλο και Μάνο προκάλεσε ανεπανόρθωτη ιδεολογική σύγχυση. Στη σύγχυση αυτή αποδίδουν την ήττα του 2004 αλλά και του 2007.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι από τα δικά μου πεπραγμένα δημιουργεί ιδεολογική σύγχυση στο ΠΑΣΟΚ.


Μετά το 2004, για να αρχίσω από τα πιο πρόσφατα, υποστήριξα με αλλεπάλληλες τροπολογίες που κατέθεσα στη Βουλή την ανάγκη να καταργηθεί αμέσως το μαύρο ταμείο που δικαιούνται να έχουν οι εκδότες και οι καναλάρχες (4 έως 5 εκατομμύρια ευρώ μαύρα λεφτά το χρόνο για κάθε μεγάλο κανάλι). Μολονότι οι διαχειριστές του μαύρου ταμείου κατηγορούνται σήμερα ότι προσπαθούν να χειραγωγήσουν το ΠΑΣΟΚ, το ΠΑΣΟΚ στη Βουλή προτίμησε να μη στενοχωρήσει αυτούς που σήμερα κατηγορεί. Λυπάμαι αν με τη στάση μου προκάλεσα σύγχυση στο ΠΑΣΟΚ.

Στη Βουλή του 2004 κατέθεσα αλλεπάλληλες τροπολογίες ζητώντας να ανατραπεί η σκανδαλώδης και κοινωνικά προκλητική απόφαση των κκ Αλογοσκούφη και Παπαληγούρα που χρυσώνει τα εισοδήματα των συμβολαιογράφων. Πολλοί συμβολαιογράφοι χάρις στην κυβέρνηση της Ν.Δ. έχουν εισοδήματα (υποχρεωτικά) που υπερβαίνουν το ένα εκατομμύριο ευρώ το χρόνο. Και αυτή η πρόταση μου πρέπει να προκάλεσε ιδεολογική σύγχυση μια και το ΠΑΣΟΚ δεν τη στήριξε.

Από το 2001, ως πρόεδρος των Φιλελευθέρων, είχα διατυπώσει ολοκληρωμένη πρόταση για τον εξορθολογισμό των σχέσεων κράτους και εκκλησίας. Στην προηγούμενη Βουλή κατέθεσα πρόταση νόμου. Το ΠΑΣΟΚ, μολονότι στο Συνέδριο του είχε αποφασίσει ότι στηρίζει τον χωρισμό του κράτους από την εκκλησία, στη Βουλή προτίμησε να μην στηρίξει την πρόταση. Την στήριξαν όμως το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Εκ του γεγονότος αυτού αναρωτήθηκα μήπως η ιδεολογική σύγχυση που προκαλώ οφείλεται σε υπερβολική αριστεροσύνη μου.


Στη συζήτηση για το Σύνταγμα και συγκεκριμένα για το άρθρο 16 υποστήριξα ότι πρέπει να καταργηθεί η πρόβλεψη για δωρεάν ανώτατη παιδεία και να αντικατασταθεί με την πρόβλεψη ότι οι εύποροι θα πληρώνουν και ότι πάντως κανένας δεν θα στερείται ανώτατης παιδείας (εδώ και στο εξωτερικό, όσο ψηλά μπορεί να φθάσει) επειδή δεν έχει λεφτά. Μολονότι δεν μου φαίνεται αντιδραστική η πρόταση μου, προφανώς προκάλεσε σύγχυση στο ΠΑΣΟΚ.

Θα μπορούσα να παραθέσω δεκάδες παρόμοια συγκεκριμένα παραδείγματα, αλλά ο χώρος δεν μου το επιτρέπει. Θα χαιρέτιζα αν, με την ευκαιρία, μερικά από τα ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ που προβάλλουν το επιχείρημα της ιδεολογικής σύγχυσης που προκαλώ έμπαιναν στον κόπο να παρουσιάσουν τις συγκεκριμένες ενέργειες μου που τους σύγχυσαν ιδεολογικά.


Θα που ίσως μερικοί ότι δεν είναι το πρόσφατο παρελθόν μου που τους προκαλεί σύγχυση, αλλά το απώτερο.


Τι όμως; Ως Υφυπουργός Δημοσίων Έργων έφερα τον Οικιστικό Νόμο, το Νόμο για τη μεταφορά του Συντελεστή Δόμησης, τα υποχρεωτικά γκαράζ, τους πεζόδρομους, τις Χρήσεις Γης, κ.α. Όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν μετά από 20 χρόνια κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Προκαλούν ακόμη ιδεολογική σύγχυση;

Το 1980 ως Υφυπουργός Δημοσίων Έργων πρότεινα και έγινε το Υπουργείο Περιβάλλοντος που το 1985, με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, συγχωνεύτηκε με το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Το σημερινό ΠΑΣΟΚ ζητεί τώρα (ορθώς) να δημιουργηθεί Υπουργείο Περιβάλλοντος. Πως όμως εγώ προκάλεσα ιδεολογική σύγχυση;

Αργότερα το 1990 ως ΥΠΕΧΩΔΕ αφού, σε λίγους μήνες, έλυσα τον κόμπο που επέτρεψε στο μετρό της Αθήνας να ξεκινήσει δημιούργησα την εταιρεία Αττικό Μετρό (για να παρακάμψω το ΥΠΕΧΩΔΕ) που επέβλεψε την επιτυχή ολοκλήρωση του μετρό. Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση αντέγραψε το σχήμα για την Εγνατία. Ως αποτέλεσμα ιδεολογικής σύγχυσης;


Το 1990 αντί φλυαρίας περί νέφους καθιέρωσα το μέτρο της απόσυρσης των ρυπογόνων αυτοκινήτων με καινούργια νέας τότε τεχνολογίας; Από τότε, διαδοχικές κυβερνήσεις, ψάχνουν να βρουν τρόπο να επαναλάβουν το εγχείρημα. Από σύγχυση;

Το 1990 καθιέρωσα τις λεωφορειολωρίδες με το σκεπτικό ότι τα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι προτιμότερα από ό,τι τα μέσα ατομικής μεταφοράς. Οι λεωφορειολωρίδες δεν καταργήθηκαν από τις μετέπειτα κυβερνήσεις Α. Παπανδρέου και Κ. Σημίτη, αλλά αντιθέτως επεκτάθηκαν. Από σύγχυση;

Το 1990, τρεις εβδομάδες αφού ανέλαβα το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ, ανακοίνωσα ότι το αεροδρόμιο στα Σπάτα, η Αττική Οδός και η Γέφυρα στο Ρίο θα γίνουν με αυτοχρηματοδότηση. Το 1992 καθιέρωσα το Σπατόσημο ως εργαλείο αυτοχρηματοδότησης των αεροδρομίων. Ακολούθησαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Και τα τρία έργα ολοκληρώθηκαν με τη μέθοδο αυτή, το Σπατόσημο ζει και βασιλεύει και το κυριότερο το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε ότι του αρέσει ο τρόπος αυτός παραγωγής δημοσίων έργων και έθεσε σε κίνηση νέα έργα. Ομολογουμένως δεν φανταζόμουνα ότι μπορώ να προκαλέσω τόση ιδεολογική σύγχυση.

Το 1992, δύο εβδομάδες αφού ανέλαβα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας έκλεισα τη συμφωνία για την πώληση των μετοχών της ΑΓΕΤ. Το ΠΑΣΟΚ είχε αντίθετη γνώμη. Αργότερα όμως όταν η αξία της μετοχής της ΑΓΕΤ έπεσε στο μισό της αξίας που είχε πουληθεί είπα στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ: Μια που δηλώνατε αντίθετοι, γιατί δεν την αγοράζετε πίσω στη μισή τιμή; Ήταν όμως τόση η ιδεολογική σύγχυση που είχα προκαλέσει ώστε προτίμησαν να αφήσουν να πάει χαμένη η ευκαιρία.

Πάλι το 1992, την ίδια ημέρα που ανέλαβα το Υπουργείο Οικονομικών αύξησα τη φορολογία στα καύσιμα. Το ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε να την καταργήσει. Αλλά όχι μόνο δεν το έκανε, την αύξησε περισσότερο. Και αν ήταν κυβέρνηση θα την αύξανε εκ νέου για να συμμορφωθεί προς τα κελεύσματα των Βρυξελλών αλλά και για να προστατέψει το περιβάλλον και να έχει λεφτά για τα κοινωνικά του προγράμματα.

Ο χώρος δυστυχώς δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ σε περισσότερα συγκεκριμένα παραδείγματα.

Μετά τις 12 Νοεμβρίου, το ΠΑΣΟΚ – έχοντας πίσω του τις τραυματικές εμπειρίες της εκλογικής ήττας και της σκληρής εσωτερικής αντιπαράθεσης που ακολούθησε -ελπίζω να μπορέσει να ξεπεράσει τα γελοία επικοινωνιακά κλισέ και να ξετυλίξει συγκροτημένες και συγκεκριμένες πολιτικές για τα πολλά προβλήματα της Ελλάδας.

Ελπίζω να μπορέσει να παραδεχτεί ότι υιοθέτησε (ίσως όχι στα λόγια, αλλά πάντως στην πράξη) τις πολιτικές που υποστήριζα και να συνειδητοποιήσει ότι το αίτημα του λαού δεν είναι κοινωνική δικαιοσύνη στα χαρτιά, αλλά αποτελεσματική κοινωνική δικαιοσύνη στην πράξη.

* ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 10/11/2007

Σχόλιο του Γεώργιου Μπατζιλή

26/11/2007 00:15:55

 

 

Πράγματι, κάποιοι δικαίως ανησύχησαν από τη διεύρυνση πρός τους φιλελεύθερους κ Μάνο/Ανδριανόπουλο. Ταυτόχρονα όμως παραλείπει ο κ. Μάνος η διεύρυνση αφορούσε Ανδρουλάκη /Δαμανάκη.
Η κίνηση είναι σαφής, δίδεται βήμα για σύγκλιση αριστεράς-δεξιάς ή φιλελευθερισμού-σοσιαλισμού. Επομένως δεν υφίσταται ζήτημα ιδεολογικής σύγχυσης αλλά αντιπαλότητας καί νίκης του επιθετικού κοινοτισμού και της λαϊκής προσοδοθηρίας.
Αναρωτήθηκε κανείς πόσοι απλοί ανώνυμοι φιλελεύθεροι καταδικάζονται καθημερινά σε αποκλεισμό επειδή δηλώνουν σοσιαλιστές; καθώς και σοσιαλστές που δηλώνουν φιλελεύθεροι.
Με αυτούς άν ασχοληθεί κανείς ίσως δικαιώνεται, διότι αυτοί ζούν σήμερα στη κορφή του πολιτικού πογκρόμ.

Να σας θυμίσω μία σκηνή στη Θεσσαλονίκη, κινηματογράφος Ολύμπιον, αρχές του 2000. Ομιλητές οι κ.κ. Γ. Παπανδρέου, Σ.Μάνος, Μ.Ανδρουλάκης, με θέμα την “Παγκοσμιοποίηση”! Στή δεξιά πλευρά καθισμάτων κάθονται οι “δεξιοί λόρδοι”, στην αριστερά πλευρά καθισμάτων του σινεμά οι “αριστεροί εργατικοί”. Ούτε αγγλικό κοινοβούλιο νάτανε.
Μεγαλύτερη εντύπωση μού έκαναν οι χαριεντισμοί σας με τον Ανδρουλάκη και το allegro, το εύθυμο και χιιουμοριστικό δίδυμο πού συναποτελούσατε. Να θυμίσω ότι είσασταν αμφότεροι αγαπημένο καί τηλεοπτικό δίδυμο.
Τί έγινε και αλληλοξεχαστήκατε; Τί έγινε και ρίξατε αμφότεροι ευθύνες στον οικοδεσπότη;
Αυτό ήθελαν οι πολίτες; ή είσασταν υπεύθυνοι για τη σύγκλιση αντιλήψεων φιλελευθερισμού-σοσιαλισμού, η οποία είναι έργο δύσκολο με πολλά εμπόδια και άρα το καλύτερο είναι το “στρίβειν δια του αραβώνος”. Ο Ανδρουλάκης μετετράπει βεβαίως σε βέρο Πασοκτσή και κρατά μία θέση στη Βουλή ανέτως.
Ο Αμάρτια Σέν έχει θέσει ψηλά τον πήχυ της Ανάπτυξης όταν προκρίνει την ευημερία που ελεύθερου χρόνου και της δημιουργικότητας απέναντι στο χρήματισμό και τον υλικό πλούτο.
Εγινε μία πολιτική απόπειρα το 2004, συνεχίζεται, οι ανάγκες γάρ.
Μέχρι τότε ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός και η σύγκλιση “αριστεράς δεξιάς”, στις κατακόμβες! Διότι λίγοι δέ χάνουν πολλά, πολλοί δεν έχουν να χάσουν τίποτε.

υ.γ.Οπως λέει και ο Πίκουλας ,παραπάνω, οι πολίτες έχουν πολιτικό αισθητήριο, αλλά δεν αρκεί, όταν κοιμούνται οι καπεταναίοι οι ναύτες ανοίγουν τους ασκους ….. σαν Οδύσσεια.