Απαραίτητη η σύνδεση των νέων ομολόγων με το ρυθμό αυξομείωσης του ΑΕΠ.

Αν την Ευρώπη την ενδιαφέρει πραγματικά να δώσει λύση στη κρίση χρέους της Ευρωζώνης, τότε θα πρέπει να εξετάσει την έκδοση νέων ομολόγων που θα αντικαταστήσουν τα προβληματικά και τα οποία θα είναι τουλάχιστον 30χρονης διάρκειας, με απόδοση που θα συνδέετε απευθείας με το ΑΕΠ.

Μικρό ΑΕΠ, μικρή απόδοση, μεγάλο ΑΕΠ, μεγάλη απόδοση… 

Posted in Οικονομία | Σχολιάστε

Η Φιλελεύθερη Αριστερά απέναντι στη κρίση.

Στην Ελλάδα υπάρχουν γύρω στα 8 εκατ. 200 χιλιάδες φορολογούμενοι. Από αυτούς τα 7 εκατ. 800 χιλιάδες έχουν εισοδήματα κάτω από 30.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει πως η μεγάλη μάζα του πληθυσμού έχει εισοδήματα τέτοια, που δεν βοηθούν στην αύξηση της κατανάλωσης. Άρα η κακή αναδιανομή του εισοδήματος εμποδίζει την ανάπτυξη.

Αν αυτό συνδυαστεί με την άθλια τραπεζική οργάνωση και πρακτική, αλλά και με τα εμπορικά πλεονάσματα που εμφανίζουν αρκετές χώρες της Ευρώπης,  τότε δεν είναι δύσκολο να εξηγήσουμε την ύφεση των ημερών.

 Υπάρχουν λύσεις;

Αν θέλουμε η οικονομία να βγει  από την ύφεση πρέπει να ενισχυθούν οι κρατικές δαπάνες. Το κράτος είναι ανάγκη να θερμάνει την οικονομική μηχανή προχωρώντας σε δημόσιες επενδύσεις. Τα δημόσια έργα θα απορροφήσουν τους ανέργους, θα τονώσουν τη ζήτηση, θα κινούσουν τις βιομηχανίες. Έτσι θα μπορούμε να μιλάμε για αναζωογόνηση της οικονομίας.

Απαιτείται επίσης η εφαρμογή αυστηρότερου θεσμικού πλαισίου για το τραπεζικό σύστημα. Η συγχώνευση τραπεζών (π.χ. Εθνικής, Αγροτικής, Τ. Ταμιευτηρίου), πρέπει να εξεταστεί και να προχωρήσει.

Η Εθνική Στρατηγική στην Αγροτική οικονομία πρέπει να αναθεωρηθεί και να στηριχθούν οι τιμές των Ελληνικών προϊόντων, όχι απαραίτητα με επιδοματική πολιτική.

Μείωση των συντελεστών Φ.Π.Α. και αναμόρφωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού θα βοηθήσει και την αγορά και τα έσοδα. Σ΄ αυτό το πλαίσιο μπορεί να εξεταστεί και η δημιουργία ηλεκτρονικού συστήματος μέσα από το οποίο θα εκτελούνται όλες οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές με τέτοιο τρόπο, ώστε η είσπραξη του φόρου να γίνεται αυτόματα.

Η εφαρμογή επεκτατικής οικονομικής πολιτικής μπορεί να μην προσφέρει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς σε ετήσια βάση, αλλά η μείωση της φορολογίας και η αύξηση των δαπανών του προϋπολογισμού μπορούν να διατηρήσουν τη ζήτηση σε υψηλά επίπεδα και να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα. Είναι ο μόνος τρόπος να θεμελιώσουμε μια μακρόχρονη πορεία προς την ευημερία.

Posted in Οικονομία | Σχολιάστε

Γιατί Φιλελεύθερη Αριστερά;

Γιατί η δυνατότητα να προσφέρουμε ταυτόχρονα οικονομική αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και ατομική ελευθερία είναι εφικτή.

Γιατί η διασφάλιση της δίκαιης διανομής του εισοδήματος και των επενδύσεων, μπορούν να διαμορφώσουν την ενεργό ζήτηση στο επίπεδο επίτευξης της πλήρους απασχόλησης των διαθέσιμων πόρων.

Γιατί η μεγάλη ακίνητη περιουσία, όταν είναι απούσα από τις παραγωγικές δραστηριότητες της κοινωνίας, λειτουργεί ενάντια στα συμφέροντα των ενεργών κοινωνικών ομάδων.

Γιατί η κερδοσκοπία στην αγορά χρεογράφων και ειδικότερα στην αγορά κεφαλαίου είναι παράγοντας διαταραχής του χρηματοπιστωτικού συστήματος. 

Posted in Ο Τρίτος Δρόμος, Οικονομία | Σχολιάστε

Η μάχη κατά της κερδοσκοπίας.

Ο φόρος Τόμπιν είναι ένας φόρος στις αγοραπωλησίες συναλλάγματος σε παγκόσμιο επίπεδο και με βάση ένα ενιαίο ποσοστό.

Οι κινήσεις βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 95% των συνολικών κινήσεων κεφαλαίου. Επομένως, η επιβολή ενός πολύ χαμηλού ποσοστού, π.χ. 1%, θ’ απέδιδε ετήσια έσοδα τουλάχιστον 100 δις δολ. τα οποία θα μπορούσαν να διατεθούν για την καταπολέμηση της φτώχιας, τη προώθηση κοινωνικών προγραμμάτων κ.λπ. Παράλληλα θα περιορίζονταν δραστικά οι βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές μετακινήσεις του κεφαλαίου.

Ποιοί είναι όμως αυτοί που δεν επιθυμούν την επιβολή του φόρου Τόμπιν;

Είναι αυτοί που στο όνομα μιας υπερεθνικής ρευστότητας που δεν θα ελεγχόταν από τις εθνικές κυβερνήσεις, άνοιξαν τις αγορές κεφαλαίου με την αγορά των Ευρωδολαρίων που κατόπιν θεσμοποιήθηκε και αποτελεί αυτό που σήμερα ονομάζουμε νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Είναι αυτοί που μεταλαμπάδευσαν την στρατηγική αποτυχία τους, σε επίπεδο επιλογών και τακτικής σε ότι αφορά την οικονομία και την ανάπτυξη, στις αρτηρίες των δημόσιων οικονομικών των εθνικών κυβερνήσεων.

 

 

 

  The G20 group

Στα κράτη δηλαδή που κινήθηκαν αστραπιαία και έσωσαν με τα χρήματα των εθνικών προϋπολογισμών το τραπεζικό σύστημα και διάφορους αναξιοπαθούντες του επιχειρείν από την καταστροφή.

Ποιοί είναι δηλαδή οι περίφημοι αυτοί κερδοσκόποι;

Οι περισσότερες συναλλαγές σε συνάλλαγμα γίνονται από τις 100 μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες και τράπεζες επενδύσεων. Μόνο οι 10 μεγαλύτερες από αυτές ελέγχουν το  52% της χρηματαγοράς και περιλαμβάνουν ονόματα όπως Citibank/Salomon, Chase Manhattan, Goldman Sachs, Bank of America, JP Morgan, Merill Lynch (Αμερικανικές) και Deutche  Bank, HSBC, ABN Amro (Ευρωπαϊκές). Οι τράπεζες αυτές ενεργούν με βάση το δικό τους κίνητρο κέρδους αλλά και αυτό των πελατών τους που περιλαμβάνουν μεγάλους επενδυτές, ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία.

Αυτή είναι και η υπερεθνική ελίτ που δεν θέλει τον φόρο Τόμπιν. Απλώς τον απορρίπτει σαν θέμα αρχής στην επιβολή κάθε ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων. Έτσι, αρνείται να παραδεχτεί την παταγώδη αποτυχία της σε επίπεδο πολιτικής σκέψης, χαρακτηριστικό γνώρισμα άλλωστε όλων των ηλίθιων και άρα επικίνδυνων ανθρώπων.

Το ερώτημα όμως είναι, τί κάνουν οι ηγέτες που κρατούν το μέλλον της ανθρωπότητας στα χέρια τους. Γιατί δεν προσπαθούν να ανατρέψουν αυτή τη κατάσταση; Προφανώς και αναφερόμαστε στον Μπάρακ Ομπάμα, στην Άγκελα Μέρκελ, στο Γκόρντον Μπράουν και στο Νικολά Σαρκοζί.

Posted in Οικονομία | Σχολιάστε

Ενας φιλελεύθερος σοσιαλιστής.

Του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 94 χρόνων την περασμένη Παρασκευή (9 Ιανουαρίου) σε ένα νοσοκομείο του Τορίνου. Γεννημένος στην ίδια πόλη στις 18 Οκτωβρίου 1909, ο Μπόμπιο υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου. Στη νεότητά του είχε πάρει μέρος στην Αντίσταση και στον αντιφασιστικό αγώνα.

Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο υπήρξε αναμφίβολα ο πιο σημαντικός πολιτικός φιλόσοφος της μεταπολεμικής Ιταλίας, αλλά και ένας από τους μεγάλους θεωρητικούς της δημοκρατίας στον εικοστό αιώνα. Οι πολύχρονες έρευνές του, τα βιβλία και οι μελέτες του συγκλίνουν στην επεξεργασία μιας θεωρητικής προβληματικής που συνδυάζει και συνθέτει την υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών με τη διεκδίκηση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και ο Μπόμπιο θεωρείται σήμερα διεθνώς ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του «φιλελεύθερου σοσιαλισμού». Ο Μπόμπιο ήταν σοσιαλιστής αλλά ασκούσε αυστηρή κριτική στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» γιατί είχε καταπνίξει τις ελευθερίες.

Ο Μπόμπιο ήταν επίσης φιλελεύθερος και ανέλυε την τραγική αποτυχία του κομμουνισμού και του κρατικού σοσιαλισμού από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού και της υπεράσπισης των ατομικών ελευθεριών και της δημοκρατικής μεθόδου. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ανέλυε και στιγμάτιζε τις κοινωνικές ανισότητες και τις αδικίες του καπιταλισμού από την κριτική σκοπιά του Μαρξ και του σοσιαλιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια, ο Μπόμπιο ανήκε σε εκείνη την Αριστερά που ήθελε να συνενώσει ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Ηταν δηλαδή ταυτόχρονα ένας αυστηρός φιλελεύθερος και ένας παθιασμένος σοσιαλιστής και ποτέ δεν απαρνήθηκε καμία από αυτές τις δυο «ψυχές» του.

Κριτικός διάλογος με το μαρξισμό

Στο θεωρητικό του έργο ανέπτυξε ένα κριτικό διάλογο με το μαρξισμό. Αμφισβήτησε ριζικά τη μαρξιστική θεωρία του κράτους ως «ταξικής δικτατορίας». Αλλά είχε αποδεχθεί τη μαρξιστική κριτική στην απόλυτη ελευθερία της αγοράς, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στην κοινωνία της γενικευμένης εμπορευματοποίησης. Ο ίδιος ο Μπόμπιο, σε μια παλιότερη συνέντευξή του, διευκρίνιζε την τοποθέτησή του ως εξής: «Η αρχή του φιλελευθερισμού είναι η μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία του ατόμου από τις διάφορες μορφές εξουσίας που βρίσκονται πάνω απ’ αυτό, είτε πρόκειται για τη θρησκευτική εξουσία είτε για την πολιτική είτε για την εξουσία των κατόχων του πλούτου. Γι’ αυτό θεωρούσα πάντοτε το σοσιαλισμό όχι ως το αντίθετο του φιλελευθερισμού αλλά ως ένα πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας της ανθρώπινης χειραφέτησης, που αρχίζει στη νεότερη εποχή με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση, συνεχίζεται μέσα από την Αμερικανική και Γαλλική Επανάσταση με την πολιτική χειραφέτηση, που φτάνει βαθμιαία στην καθολική ψήφο, για να αναπτυχθεί παραπέρα με τη χειραφέτηση από την οικονομική εξουσία που επεδίωξαν τα σοσιαλιστικά κινήματα του προηγούμενου αιώνα. Μαρξισμός και φιλελευθερισμός εμφανίζονται αντιθετικοί μόνον όταν συγχέουμε το φιλελευθερισμό με τον οικονομικό φιλελευθερισμό και όταν βλέπουμε στο μαρξισμό μονάχα την πολιτική θεωρία, της δικτατορίας του προλεταριάτου, δηλαδή την αντιδημοκρατική του πλευρά» (L’ Unita 23-5-1997).

Στα βιβλία του Μπόμπιο βρίσκουμε μια θερμή υπεράσπιση της δημοκρατίας, μια συνηγορία που υπογραμμίζει την υπεροχή του δημοκρατικού πολιτεύματος σε σχέση με τα αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, βρίσκουμε και μια διεισδυτική κριτική ανάλυση των ελαττωμάτων, των αδυναμιών και των «ανεκπλήρωτων υποσχέσεων» της δημοκρατίας.

Κεντρικό θέμα στις ιταλικές εφημερίδες ο θάνατος του κορυφαίου Ιταλού διανοητή

Ο Μπόμπιο ανέλυσε με θαυμαστή οξυδέρκεια το πελώριο χάσμα που χωρίζει τα δημοκρατικά ιδεώδη από την «υπαρκτή δημοκρατία». Εδειξε δηλαδή ότι η πραγματικότητα των δημοκρατικών καθεστώτων, ακόμη και των πιο ώριμων, διαψεύδει με τρόπο εύγλωττο τόσο το ιδεώδες της ίσης συμμετοχής των πολιτών στις διαδικασίες των αποφάσεων όσο και την προσδοκία ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μπορεί να επεκταθεί σε περιοχές όπως η μεγάλη επιχείρηση και η δημόσια διοίκηση. Η δημοκρατία δεν μπόρεσε να τηρήσει έξι σημαντικές υποσχέσεις της: την κυριαρχία των πολιτών, την ανάδειξη εκπροσώπων που θα υπηρετούν το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και όχι τα συμφέροντα ιδιαίτερων ομάδων, την ήττα της ολιγαρχικής εξουσίας, τον έλεγχο όλων των πεδίων στα οποία ασκείται μια εξουσία που παίρνει δεσμευτικές αποφάσεις για μιαν ολόκληρη κοινωνική ομάδα, την εξάλειψη των αόρατων εξουσιών, τη διάπλαση ενεργών, συνειδητών και ενάρετων πολιτών.

Στη σκέψη του Μπόμπιο συνυπήρχαν ο ρεαλισμός του αναλυτή επιστήμονα και το ηθικο-πολιτικό πάθος για τα ιδεώδη. Οπως ο ίδιος εξηγούσε:

«Σε εμένα ενυπάρχει ο ρεαλιστής και ο άνθρωπος του πάθους. Είμαι ρεαλιστής όταν εξετάζω τα γεγονότα και προσπαθώ να ερμηνεύσω τις πραγματικές συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων. Και είμαι και άνθρωπος του πάθους. Εχω υπάρξει πολλές φορές και το ένα και το άλλο». Αυτή τη ζωντανή αντίφαση την ανευρίσκουμε σε όλο το θεωρητικό του έργο, όπου η επίδραση της ηθικής αδιαλλαξίας του Καντ διασταυρώνεται με το ρεαλισμό του Χομπς και του Μακιαβέλι.

Ο ρεαλισμός οδηγεί τον Μπόμπιο στη θεμελίωση μιας πεσιμιστικής και αρνητικής ανθρωπολογίας.

Ο ίδιος ο Μπόμπιο αυτοπροσδιοριζόταν ως ένας «υπαρξιακός και ιστορικός πεσιμιστής». Διατηρούσε μιαν απαισιόδοξη θεώρηση της Ιστορίας και συνήθιζε να επαναλαμβάνει τη φράση του Χέγκελ που παρομοίαζε την Ιστορία με ένα «πελώριο σφαγείο». Σύμφωνα με την αρνητική ανθρωπολογία του Μπόμπιο, ο άνθρωπος είναι ένα βίαιο ον, ένα ον που υποκινείται από πάθη και συμφέροντα, ένα ον που τείνει να ψεύδεται και να εξαπατά τους άλλους. Δεν είναι εύκολο επομένως να εξαλειφθεί ριζικά η βία από τον ανθρώπινο κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η πολιτική προορίζεται να παραμένει για πάντα το θέατρο όπου εκδηλώνεται η βούληση για δύναμη. Σημαίνει ωστόσο ότι θα ήταν αφελές να αντιπαραθέσουμε σε αυτήν τη σκληρή πραγματικότητα το αφηρημένο όνειρο μιας αυθόρμητα αρμονικής συμβίωσης (όπως θα ήταν λ.χ. μια κοινωνία χωρίς κράτος). Σε έναν κοινωνικό κόσμο όπου κυριαρχούν τα πάθη και τα ιδιαίτερα συμφέροντα δεν μπορούμε να αντιπαραθέτουμε το ουτοπικό ιδεώδες μιας κοινωνίας που θα αποτελείται από εντελώς ανιδιοτελή άτομα. Και αφού γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα «ιδεολογικό ζώο» που υποκρίνεται και ψεύδεται προκειμένου να δικαιολογεί τις ενέργειές του, θα ήταν αφελές να εμπιστευόμαστε την ειλικρίνεια των διακηρύξεών του και την εντιμότητα των προθέσεών του για να οικοδομήσουμε μια διάφανη κοινωνία.

Πεσιμιστής αλλά και μαχητικός

Παράδοξα, ωστόσο, ο ρεαλιστής και πεσιμιστής Μπόμπιο ήταν ταυτόχρονα και ένας μαχητικός διανοούμενος, που εμπνεόταν από τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας και υποστήριζε με πάθος τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη. Σε ένα άρθρο του γραμμένο το 1989, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο Μπόμπιο σημείωνε: «Σε έναν κόσμο που σημαδεύεται από τρομερές αδικίες, το να σκεφτούμε ότι η ελπίδα της επανάστασης έσβησε και τελείωσε μόνο και μόνο επειδή η κομμουνιστική ουτοπία απέτυχε, σημαίνει ότι εθελοτυφλούμε… Ω αφελείς, πιστεύετε αλήθεια ότι το τέλος του ιστορικού κομμουνισμού έθεσε τέρμα στην ανάγκη και στη δίψα για κοινωνική δικαιοσύνη;».

Με τις θεωρητικές και πολιτικές παρεμβάσεις του στα τελευταία χρόνια της ζωής του, σε μιαν εποχή μεγάλης ιδεολογικής σύγχυσης, ο Μπόμπιο υπερασπίστηκε τις αξίες και τα ιδεώδη της Αριστεράς. Με το δοκίμιό του «Δεξιά και αριστερά» υπογράμμισε ότι η ιδέα της ισότητας παραμένει ο πολικός αστέρας, το θεμελιώδες διακριτικό γνώρισμα της ταυτότητας της Αριστεράς.

Ας συγκρατήσουμε αυτό το τελευταίο μάθημα που μας κληροδοτεί ο Μπόμπιο: όχι, η Αριστερά δεν πρέπει να εγκαταλείψει τις αρχές της, δεν πρέπει να απορρίψει όλη της την παράδοση. Πάνω από όλα δεν πρέπει να απαρνηθεί τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια αδιανόητη οπισθοδρόμηση όχι μόνο για την Αριστερά αλλά και για όλη την κοινωνία. Ο φιλελεύθερος Μπόμπιο μας διδάσκει ότι τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την άσκηση των ατομικών ελευθεριών. Με άλλα λόγια, μια κοινωνία δεν μπορεί να γίνει περισσότερο ελεύθερη αν δεν γίνει και περισσότερο δίκαιη.

Βιβλία του που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας:

* «Για ποιο σοσιαλισμό;», Χελιδόνι, 1982.

* «Το μέλλον της δημοκρατίας», Παρατηρητής, 1993

* «Δεξιά και αριστερά», Πόλις, 1995.

* «Ισότητα και ελευθερία», Πόλις 1998.

* «Γερνώντας», Πόλις, 1998.

* «Αυτοβιογραφία», Εκκρεμές, 1999.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/01/2004
Posted in Ο Τρίτος Δρόμος | Σχολιάστε

Και το βραβείο Νόμπελ οικονομίας 2009 παίρνει.. η αυτοδιαχείριση!

Le prix Nobel d’économie pour l’autogestion

© Libération

του Μισέλ Ροκάρ

Ένα βραβείο Νόμπελ για την αυτοδιαχείριση; Ναι, σωστά διαβάσατε! Ούτε ο γράφων αυτές τις γραμμές, ούτε η «λιμπερασιόν», ούτε το «γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων», που μας πληροφόρησαν σχετικά, δεν έχουν παλαβώσει. H επιτροπή του βραβείου Νόμπελ οικονομίας, έστεψε για πρώτη φορά μια γυναίκα, μια Αμερικανίδα, την κ. Έλινορ Όστρομ (Elinor Ostrom). Η βραβευθείσα έχει ασχοληθεί με τη διαχείριση των δημοσίων πόρων. Ανακάλυψε, τεκμηριώνει κι αποδεικνύει πως η αγορά και το κράτος δεν είναι οι μόνοι δυνατοί διαχειριστές, οι μόνοι ελεγκτές αυτών των αγαθών, αλλά πως και οι ενώσεις των χρηστών τους ή των καταναλωτών μπορούν κάλλιστα να παίξουν τον ίδιο ρόλο, εφόσον τους δοθεί η δυνατότητα. Εγώ είμαι, ασφαλώς, που ανασύρω εδώ τη λέξη «αυτοδιαχείριση». Μα επιτέλους, τι άλλο δηλαδή ισχυριζόμασταν, παρά μόνο πως ακριβώς, αυτή η παράξενη λέξη θα μπορούσε να γίνει φορέας ενός νέου πολιτισμού; Έστω κι αν αυτή η παραξενιά (ο περί ου ο λόγος όρος) δολοφονήθηκε στη Γιουγκοσλαβία και το μονοκομματισμό της;

Μα το περιεχόμενό της παραμένει: περισσότερη αποκέντρωση, περισσότερη αυτονομία, θεσμοί βάσης, μεγαλύτερος καταμερισμός των ευθυνών, είναι όροι για περισσότερη οικονομική αποτελεσματικότητα, για καλύτερη δημοκρατία, για περισσότερη ανθρωπιά στη διαχείριση των αγαθών και των κοινών μας υποθέσεων.

Βραβεύοντας τον Σεν (Sen), μετά τον Στίγκλιτζ (Stiglitz), μετά τον Κρούγκμαν (Krugman), η επιτροπή του Νόμπελ οικονομίας είχε ήδη δείξει πως δε θεωρούσε πλέον έγκυρα το υπόδειγμα και τα αξιώματα του Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) και του μονεταρισμού. Είναι προφανές πως αναζητείται ένα εναλλακτικό σύστημα αναφορών.

Είναι πολύ σπάνιο να επιφορτίζονται τα ίδια τα γεγονότα με το έργο να αναδεικνύουν την ορθότητα ή την πλάνη μιας επιστημονικής υπόθεσης που αναφέρεται στην κοινωνική οργάνωση. Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που βιώνουμε όμως, αυτό ακριβώς κάνει -και μάλιστα με ωμότητα: μας έλεγαν πως οι αγορές αυτορυθμίζονται, πως οι αγορές ισορροπούν πάντοτε στο βέλτιστο σημείο· ε, οι ζημιές που επέφερε αυτός ο τρόπος σκέψης είναι πελώριες και συνεχίζουν να μας βυθίζουν στην κρίση.

Οπότε μας χρειάζεται μια διέξοδος. Και ξαναδίνουμε σημασία σε ένα διανοητικό μονοπάτι κι ένα πολιτικό ρεύμα που εδώ και πολλές-πολλές δεκαετίες διακηρύσσει τη συμφιλίωση της δημοκρατίας με την αγορά, του κράτους με το άτομο, την ανάγκη για μια πιο αρμονική κοινωνική οργάνωση. Το ρεύμα αυτό ονομάζεται σοσιαλδημοκρατία.

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για τις ικανότητες των σοσιαλιστικών κομμάτων, ιδίως του δικού μας, του γαλλικού, να προσφέρουν και να διατυπώσουν την απαραίτητη εναλλακτική πρόταση. Μοιάζει όμως αυτό το έργο να το έχει αναλάβει να το φέρει εις πέρας… η επιστήμη.

Είναι π.χ. ως επιστήμη -πάνω απ’ όλα- που η οικολογία αναλαμβάνει να αλλάξει τις κοινωνίες μας, ώστε να καταστούν μακροπρόθεσμα βιώσιμες. Είναι η επιστήμη που ανακαλύπτει εκ νέου την αναγκαιότητα των μακροοικονομικών ρυθμίσεων που -αλίμονο!- ξέχασαν οι πολιτικοί. Και να που τώρα η επιστήμη και πάλι αναλαμβάνει να αναδείξει τη διαχειριστική ικανότητα των… οργανωμένων μαζών!

Είναι προφανές πως ωριμάζει ένα νέο πολιτικό σχέδιο για την αλλαγή του κόσμου: ίσως με τρόπο διάσπαρτο ακόμα και αβέβαιο, αλλά ολοένα και πιο ορατό και συγκλίνοντα! Ο Michel Rocard είναι πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας (1988-1991)



Πηγή: http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=5558

Posted in Ο Τρίτος Δρόμος | Σχολιάστε

Για την κοινωνία των 3/3…

H ιδεολογική επαναπροσέγγιση των κινημάτων, φαντάζει σήμερα ως η μόνη πολιτική διέξοδος από τη κοινωνική κρίση που μαστίζει την εποχή μας. Προσπαθώντας να αξιολογήσουμε το παρόν, θα δοκιμάσουμε να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, επιχειρώντας να προτείνουμε λύσεις για την κοινωνία του μέλλοντος, την κοινωνία των 3/3. 

Μήτρα των επαναστατικών – αντιπολιτευτικών ομάδων που έδρασαν στις αρχές του 19ου αιώνα, αναμφισβήτητα, αποτελεί η Γαλλική Επανάσταση του 1789. Τα γεγονότα της εποχής εκείνης, δημιούργησαν πρότυπα πολιτικών ρήξεων και ανατροπών, τα οποία επέδρασαν καταλυτικά στο σύνολο της παγκόσμιας πολιτικής όπως αυτή έχει εξελιχθεί μέχρι και σήμερα. Με κοινωνικούς όρους ταξινομώντας τις διάφορες αντιπολιτευτικές τάσεις που αναπτύχθηκαν αυτή τη περίοδο, διαπιστώνουμε πως οι κυριότερες ήταν τρεις:

Η Φιλελεύθερη (με σημερινούς Ελληνικούς όρους στο χώρο αυτό τοποθετείται η ΝΔ). Αντιπροσώπευε τους μεγαλοαστούς και τους φιλελεύθερους αριστοκράτες. Το πολιτικό ιδεώδες τους ήταν μια συνταγματική μοναρχία κατά τα βρετανικά πρότυπα, δηλαδή με ένα ολιγαρχικό κοινοβουλευτικό σύστημα βασιζόμενο στην ιδιοκτησία. Θεμελιώδης αξία του πολιτικού φιλελευθερισμού αποτελούσε η κυβέρνηση με βάση τη συναίνεση. Η έννοια του φιλελευθερισμού ήταν στενά συνδεδεμένη με την έννοια της δημοκρατίας, αν και οι περισσότεροι φιλελεύθεροι προτιμούσαν ένα δημοφιλή μονάρχη με περιορισμένες εξουσίες και αίσθηση του δικαίου ως έναν σταθεροποιητικό παράγοντα.

Οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν πάνω από όλα την ισχύ του νόμου, τις συνταγματικές διαδικασίες, τη θρησκευτική ανεκτικότητα, τη διάκριση των εξουσιών, τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες και ευρύτερα τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου, το σεβασμό των οποίων αξίωνε τόσο από το κράτος όσο και από τους πολίτες. Ήταν αντίθετοι σε κάθε είδους προνόμια του βασιλιά, της αριστοκρατίας και της εκκλησίας. Έδιναν μεγάλη σημασία στην ιδιοκτησία, την οποία θεωρούσαν πρωταρχική πηγή όχι μόνο της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας αλλά και της υπεύθυνης κρίσης και πολιτικής συμπεριφοράς.

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός υποστήριζε την ελευθερία στο εμπόριο και τις οικονομικές δραστηριότητες των ατόμων και ήταν αντίθετος στην παρέμβαση του κράτους στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Ο στόχος του ήταν διττός: αφενός η κατάργηση των κάθε είδους οικονομικών φραγμών μεταξύ των χωρών και στο εσωτερικό της κάθε χώρας και αφετέρου η αντίδραση σε κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης των εργατών και των τεχνιτών, από τις παλιές συντεχνίες μέχρι τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Η φυσική πατρίδα του φιλελευθερισμού ήταν η Αγγλία. Εκεί δημιουργήθηκε μια παράδοση φιλελεύθερης οικονομικής και πολιτικής σκέψης με κορυφαίους διανοητές και φιλόσοφους, όπως ο Adam Smith και ο David Ricardo στο χώρο της οικονομίας ή ο John Stuart Mill στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Mill ήταν υπέρμαχος ενός ανεκτικού και ισορροπημένου φιλελευθερισμού και έθεσε τις θεωρητικές βάσεις για την ισοτιμία των δύο φύλων.  

Η ριζοσπαστική – δημοκρατική (με σημερινούς Ελληνικούς όρους στο χώρο αυτό τοποθετείται το ΠΑΣΟΚ). Αντιπροσώπευε τους μικροαστούς και τα δυσαρεστημένα τμήματα των διανοουμένων και των μικροεπιχειρηματιών. Πηγή έμπνευσης για τους ριζοσπάστες – δημοκράτες, αποτέλεσε η επανάσταση του 1792 και πολιτικό τους ιδεώδες μια δημοκρατία με κοινωνικό χαρακτήρα και στοιχεία κράτους πρόνοιας, η οποία αντιστοιχεί εν μέρει στο σύνταγμα των Ιακωβίνων του 1793. Κύριοι στόχοι της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και των επαναστατικών κινημάτων του 1820, 1830, 1848, ήταν ο περιορισμός των προνομίων της αριστοκρατίας, η ανατροπή της απόλυτης μοναρχίας, και ο αγώνας υπέρ των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη.

Οι φιλελεύθεροι αστοί όμως, ότι διεκδικούσαν για τους εαυτούς τους δεν το αναγνώριζαν ως δικαίωμα άλλων, κατώτερων κοινωνικά τάξεων. Ενώ συνέβαλαν στη μείωση των προνομίων της απολυταρχίας και της αριστοκρατίας και έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατίας δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν εξισωτικά σχήματα και καθολικό δικαίωμα ψηφοφορίας. Οι προθέσεις τους έγιναν φανερές ιδιαίτερα κατά τις επαναστάσεις του 1848, όταν οι εργατικές τάξεις αξίωσαν ισότιμη πολιτική συμμετοχή και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Αυτή την αναντιστοιχία μεταξύ λόγων και πράξεων προσπάθησαν να εκφράσουν και να καλύψουν, οι ριζοσπάστες δημοκράτες, αγωνιζόμενοι για καθολική ψηφοφορία, εδραίωση πραγματικά αντιπροσωπευτικών θεσμών, κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη. Το κίνημα των Χαρτιστών για την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος που αναπτύχθηκε στην Αγγλία το 1834, μπορεί να θεωρηθεί γόνος του αγώνα των ριζοσπαστών.

Ο ¨Χάρτης του Λαού¨ ήταν ένα κείμενο που υπογράφηκε από εκατομμύρια Βρετανούς και περιελάμβανε έξι αιτήματα: καθολική ανδρική ψηφοφορία, μυστική ψηφοφορία, κατάργηση των περιουσιακών προϋποθέσεων για την ιδιότητα του πολίτη, ετήσιες βουλευτικές εκλογές, μισθοδοσία στα μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων και ίσες εκλογικά περιφέρειες. Τα αιτήματα των δημοκρατικών ριζοσπαστών, αναμφίβολα καλλιέργησαν το έδαφος για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής ιδέας, αν και η ιδεολογική τους αφετηρία και προσέγγιση ήταν διαφορετική. Έπρεπε βέβαια να περιμένουν πάνω από μισό αιώνα για να δικαιωθούν έστω και ως προς ένα μέρος των διεκδικήσεων τους.

Η σοσιαλιστική (με σημερινούς Ελληνικούς όρους στο χώρο αυτό τοποθετείται μέρος του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ). Αντιπροσώπευε κυρίως την νέα εργατική βιομηχανική τάξη. Οι απάνθρωπες και αλλοτριωτικές συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια, η υψηλή θνησιμότητα και η κλονισμένη υγεία, οι άθλιοι όροι διαβίωσης, η ανυπαρξία κοινωνικής ασφάλισης και η ευρύτερη κοινωνική και πολιτική απαξίωση και υποβάθμιση συνέθεταν το πλαίσιο ζωής των βιομηχανικών εργατών.

Ο σοσιαλισμός προσέφερε στην εργατική τάξη μια σοβαρή προοπτική βελτίωσης της θέσης της και το όραμα οικοδόμησης μιας δικαιότερης κοινωνίας. Οι ιστορικές ρίζες του σοσιαλισμού ανάγονται στον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο (1642 – 1652) και συγκεκριμένα στο ριζοσπαστικό κίνημα των Diggers (Σκαπανέων). Στους μεταγενέστερους προπομπούς του σοσιαλισμού συγκαταλέγονται ο Μπαμπέφ – ιδρυτής της επαναστατικής επιτροπής ΄΄Συνωμοσία των Ίσων΄΄ – ο οποίος έδρασε την περίοδο του Διευθυντηρίου κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, ο Βρετανός μεταρρυθμιστής Όουεν και οι Γάλλοι ουτοπιστές Φουριέ και Σαιν Σιμόν.

Η σύγχρονη εκδοχή του σοσιαλισμού εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1820 και συνδέθηκε με τα ποικίλα και συχνά αντίρροπα ρεύματα του γαλλικού κοινωνικού-πολιτικού ριζοσπαστισμού των μέσων του 19ου αιώνα, με το στοχασμό μιας περιορισμένης ομάδας Γερμανών φιλοσόφων και ακτιβιστών. Το κίνημα των Χαριστών βοήθησε να ενσωματωθεί στο φάσμα των σοσιαλιστικών ιδεών η δημοκρατία, η κοινωνική ισότητα, η εργατική αλληλεγγύη, συμπληρώνοντας την ιδέα της συλλογικής κατοχής των μέσων παραγωγής και των αγαθών.

Όμως κατά κύριο λόγο ο σοσιαλισμός ως κοσμοθεωρία είναι αποτέλεσμα της συγγραφικής δραστηριότητας των Γερμανών φιλοσόφων Κάρολου Μάρξ (1818 – 1883) και Φρίντριχ Ένγκελς (1820 -1895) και έχει χρονική αφετηρία τη δημοσίευση του Κουμμουνιστικού Μανιφέστου στο Λονδίνο το 1848. Σύμφωνα με τους Μάρξ και Έγκελς η υλική βάση, δηλαδή οι οικονομικές συνθήκες, καθορίζπυν την ανάπτυξη του κράτους και της κοινωνίας. Πρόκειται για την υποδομή κάθε κοινωνίας πάνω στην οποία αναπτύσσεται η πολιτική, δικαιακή, πολιτισμική και θρησκευτική συνείδηση των ανθρώπων κάθε εποχής.

Η ιστορική πορεία της ανθρωπότητας καθορίζεται από την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή της ιδιοκτησίας και των μέσων παραγωγής. Η ιστορία είναι μια εξελικτική διαδικασία σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός διαδέχεται τη φεουδαρχία και καταλύεται από το σοσιαλισμό μέσω της επανάστασης. Η αυτοδιάλυση του κράτους, η πραγματοποίηση μιας αταξικής κοινωνίας χωρίς ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ο σχεδιασμός της παραγωγής σύμφωνα με την αρχή ΄΄ο καθένας σύμφωνα με τις ικανότητές του και τις ανάγκες του΄΄ θεωρούνταν ως κατάληξη μιας ιστορικής αναγκαιότητας, η οποία , ωστόσο, καθοριζόταν από τη ταξική συνειδητοποίηση, τους πολιτικο-κοινωνικούς αγώνες και την επαναστατική δυναμική της εργατικής τάξης και των συνοδοιπόρων της.

Σήμερα όλοι γνωρίζουμε πως είναι ανεκτίμητη η αξία των αρχών της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Βιώνουμε όμως μια κατάσταση όπου κυριαρχεί η ύφεση της βιομηχανικής παραγωγής, τα χαμηλά ημερομίσθια, η ανεργία, η εξαθλίωση του αγροτικού κόσμου και των εργατών, οι υψηλές τιμές των τροφίμων και η γενικευμένη πια κοινωνική δυσαρέσκεια.

Αναπόφευκτα λοιπόν απαιτούνται πολιτικές πρωτοβουλίες που θα μας βγάλουν από την ιδεολογική παθητικότητα και που θα μας κάνουν να σκεφτούμε αυτόνομα και να κατακτήσουμε μέσω μιας σκληρής ατομικής προσπάθειας αναζήτησης, αμφιβολιών και συγκρούσεων, τις νέες αξίες που θα αντικαταστήσουν την τυφλή πίστη στις ‘’θαυματουργικές αρετές’’ ευφυολογημάτων ιδεολογικού κομματικού προσηλυτισμού.

Αν αναγνωρίζοντας τα επιτεύγματα της καπιταλιστικής οικονομίας επιχειρήσουμε να φέρουμε τη συζήτηση στη σφαίρα της ελευθερίας του ατόμου, μιας πλήρους ελευθερίας που θα βοηθούσε τον άνθρωπο να γίνει υπεύθυνος πολίτης μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε με ποιους πολιτικούς όρους οφείλουμε να χτίσουμε τη κοινωνία του μέλλοντος.

Βιώνουμε μία αριστερά που αδυνατεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει, εγκλωβισμένη σε παρελθόντα αναλυτικά σχήματα, σε δογματισμούς και παρωχημένες δοξασίες, που πλέον δεν μπορεί να αποτελέσει όχημα για το μέλλον.

Η διαμόρφωση της νέας πολιτικής ατζέντας προϋποθέτει την ανακάλυψη εκ νέου, ή την επανασύνδεσή μας, με βασικές αρχές της φιλελεύθερης σκέψης, όπως την αυτονομία του προσώπου και τον πλουραλισμό, την επιλογή και την ατομική υπευθυνότητα, την διανοητική ελευθερία, τις αγορές ως αποκεντρωμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

Παράλληλα οφείλουμε να ανατρέξουμε σε μία μακρά παράδοση της σοσιαλιστικής σκέψης, γνήσια ατομοκεντρική και αντικρατικιστική. Μία παράδοση ριζοσπαστική και αντιγραφειοκρατική, που ελάχιστα κοινά έχει με τον συγκεντρωτισμό και τις διαχειριστικές και κολεκτιβιστικές λογικές της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας των δεκαετιών του ΄60 και του ΄70.

Η αλληλεγγύη και η κοινωνική διάσταση της συνεργασίας, η βούληση για μεταρρύθμιση και η χειραφέτηση του ατόμου και της κοινωνίας (κοινωνία των πολιτών), είναι στοιχεία της σοσιαλιστικής σκέψης που πρέπει να διατηρηθούν και να συμβάλουν με την σειρά τους, στην ανανέωση του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Η σύνθεση των δύο παραδόσεων, της φιλελεύθερης και της σοσιαλιστικής, μπορεί και πρέπει να οδηγήσει στη «συνεννόηση σοσιαλιστών και φιλελεύθερων», μία συνεννόηση που στις μέρες μας φαντάζει, ολοένα και περισσότερο μονόδρομος για την επιτυχή υπεράσπιση των ανοικτών κοινωνιών απέναντι στην μισαλλοδοξία, τον ανορθολογισμό και τον επιθετικό κοινοτισμό.

Μία συνεννόηση που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε σημαντικά βήματα προς περισσότερη δημοκρατία, κάτι που δεν αρέσει καθόλου στους εχθρούς των ανοικτών κοινωνιών.

Η διαδικασία αυτή μπορεί να έχει αποτέλεσμα και να οδηγήσει πραγματικά σε μια λύτρωση, αποκαθιστώντας άμεσα την κοινωνική δικαιοσύνη, μόνον αν η συνεργασία επιτευχθεί στη βάση της κοινωνίας και εκφραστεί μέσα από έναν καινούργιο πολιτικό σχηματισμό κατ΄ απαίτηση της, παρακάμπτοντας τα παραδοσιακά κόμματα και τις κραυγές των εκπροσώπων του σημερινού συστήματος, πολιτικών και μη.  

Η τελευταία οικονομική κρίση καθώς και τα τεράστια προβλήματα κοινωνικής συνοχής, αποδεικνύουν την εγγενή αστάθεια και τα αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε, αποδεικνύοντας την αδυναμία του να διαχειριστεί την παγκοσμιοποίηση προς όφελος των ανθρώπων. Αλλά και η κρατικά διευθυνόμενη οικονομία είναι ένας τρόπος διαχείρισης που ανήκει οριστικά στο παρελθόν.

Η λύση βρίσκεται στην κοινωνική αναβάπτιση του φιλελευθερισμού, το ρεύμα δηλαδή εκείνο που απορρίπτει τον κρατισμό, επιμένει στο αίτημα της ισότητας, ορίζοντας εκ΄ νέου το αίτημα της ελευθερίας.

Πλέον γνωρίζουμε πως η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία μόνον φιλελεύθερη μπορεί να είναι. Η μόνη ελπίδα επιβίωσης ενός αξιόπιστου κοινωνικού κινήματος για τον σημερινό κόσμο, είναι η ανάδειξη ενός «σοσιαλισμού των ελευθεριών», που τοποθετείται ενάντια σε όλες τις μορφές του αυταρχισμού, του σχεδιοποιημένου και κρατικοποιημένου σοσιαλισμού. Πρόκειται για έναν σοσιαλισμό ο οποίος συνδέεται με τις φιλελεύθερες ιδέες του 18ου αιώνα, αυτές που τελικά οδήγησαν και στην Γαλλική Επανάσταση.

Αν θέλουμε επιτέλους μια κοινωνία των 3/3, οφείλουμε και πρέπει να καταλάβουμε, πως η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία μόνον φιλελεύθερη μπορεί να είναι.

 Φίλιππος Βουκελάτος

Posted in Ο Τρίτος Δρόμος | 1 σχόλιο