Ενας φιλελεύθερος σοσιαλιστής.

Του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 94 χρόνων την περασμένη Παρασκευή (9 Ιανουαρίου) σε ένα νοσοκομείο του Τορίνου. Γεννημένος στην ίδια πόλη στις 18 Οκτωβρίου 1909, ο Μπόμπιο υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου. Στη νεότητά του είχε πάρει μέρος στην Αντίσταση και στον αντιφασιστικό αγώνα.

Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο υπήρξε αναμφίβολα ο πιο σημαντικός πολιτικός φιλόσοφος της μεταπολεμικής Ιταλίας, αλλά και ένας από τους μεγάλους θεωρητικούς της δημοκρατίας στον εικοστό αιώνα. Οι πολύχρονες έρευνές του, τα βιβλία και οι μελέτες του συγκλίνουν στην επεξεργασία μιας θεωρητικής προβληματικής που συνδυάζει και συνθέτει την υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών με τη διεκδίκηση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και ο Μπόμπιο θεωρείται σήμερα διεθνώς ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του «φιλελεύθερου σοσιαλισμού». Ο Μπόμπιο ήταν σοσιαλιστής αλλά ασκούσε αυστηρή κριτική στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» γιατί είχε καταπνίξει τις ελευθερίες.

Ο Μπόμπιο ήταν επίσης φιλελεύθερος και ανέλυε την τραγική αποτυχία του κομμουνισμού και του κρατικού σοσιαλισμού από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού και της υπεράσπισης των ατομικών ελευθεριών και της δημοκρατικής μεθόδου. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ανέλυε και στιγμάτιζε τις κοινωνικές ανισότητες και τις αδικίες του καπιταλισμού από την κριτική σκοπιά του Μαρξ και του σοσιαλιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια, ο Μπόμπιο ανήκε σε εκείνη την Αριστερά που ήθελε να συνενώσει ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Ηταν δηλαδή ταυτόχρονα ένας αυστηρός φιλελεύθερος και ένας παθιασμένος σοσιαλιστής και ποτέ δεν απαρνήθηκε καμία από αυτές τις δυο «ψυχές» του.

Κριτικός διάλογος με το μαρξισμό

Στο θεωρητικό του έργο ανέπτυξε ένα κριτικό διάλογο με το μαρξισμό. Αμφισβήτησε ριζικά τη μαρξιστική θεωρία του κράτους ως «ταξικής δικτατορίας». Αλλά είχε αποδεχθεί τη μαρξιστική κριτική στην απόλυτη ελευθερία της αγοράς, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στην κοινωνία της γενικευμένης εμπορευματοποίησης. Ο ίδιος ο Μπόμπιο, σε μια παλιότερη συνέντευξή του, διευκρίνιζε την τοποθέτησή του ως εξής: «Η αρχή του φιλελευθερισμού είναι η μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία του ατόμου από τις διάφορες μορφές εξουσίας που βρίσκονται πάνω απ’ αυτό, είτε πρόκειται για τη θρησκευτική εξουσία είτε για την πολιτική είτε για την εξουσία των κατόχων του πλούτου. Γι’ αυτό θεωρούσα πάντοτε το σοσιαλισμό όχι ως το αντίθετο του φιλελευθερισμού αλλά ως ένα πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας της ανθρώπινης χειραφέτησης, που αρχίζει στη νεότερη εποχή με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση, συνεχίζεται μέσα από την Αμερικανική και Γαλλική Επανάσταση με την πολιτική χειραφέτηση, που φτάνει βαθμιαία στην καθολική ψήφο, για να αναπτυχθεί παραπέρα με τη χειραφέτηση από την οικονομική εξουσία που επεδίωξαν τα σοσιαλιστικά κινήματα του προηγούμενου αιώνα. Μαρξισμός και φιλελευθερισμός εμφανίζονται αντιθετικοί μόνον όταν συγχέουμε το φιλελευθερισμό με τον οικονομικό φιλελευθερισμό και όταν βλέπουμε στο μαρξισμό μονάχα την πολιτική θεωρία, της δικτατορίας του προλεταριάτου, δηλαδή την αντιδημοκρατική του πλευρά» (L’ Unita 23-5-1997).

Στα βιβλία του Μπόμπιο βρίσκουμε μια θερμή υπεράσπιση της δημοκρατίας, μια συνηγορία που υπογραμμίζει την υπεροχή του δημοκρατικού πολιτεύματος σε σχέση με τα αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, βρίσκουμε και μια διεισδυτική κριτική ανάλυση των ελαττωμάτων, των αδυναμιών και των «ανεκπλήρωτων υποσχέσεων» της δημοκρατίας.

Κεντρικό θέμα στις ιταλικές εφημερίδες ο θάνατος του κορυφαίου Ιταλού διανοητή

Ο Μπόμπιο ανέλυσε με θαυμαστή οξυδέρκεια το πελώριο χάσμα που χωρίζει τα δημοκρατικά ιδεώδη από την «υπαρκτή δημοκρατία». Εδειξε δηλαδή ότι η πραγματικότητα των δημοκρατικών καθεστώτων, ακόμη και των πιο ώριμων, διαψεύδει με τρόπο εύγλωττο τόσο το ιδεώδες της ίσης συμμετοχής των πολιτών στις διαδικασίες των αποφάσεων όσο και την προσδοκία ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μπορεί να επεκταθεί σε περιοχές όπως η μεγάλη επιχείρηση και η δημόσια διοίκηση. Η δημοκρατία δεν μπόρεσε να τηρήσει έξι σημαντικές υποσχέσεις της: την κυριαρχία των πολιτών, την ανάδειξη εκπροσώπων που θα υπηρετούν το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και όχι τα συμφέροντα ιδιαίτερων ομάδων, την ήττα της ολιγαρχικής εξουσίας, τον έλεγχο όλων των πεδίων στα οποία ασκείται μια εξουσία που παίρνει δεσμευτικές αποφάσεις για μιαν ολόκληρη κοινωνική ομάδα, την εξάλειψη των αόρατων εξουσιών, τη διάπλαση ενεργών, συνειδητών και ενάρετων πολιτών.

Στη σκέψη του Μπόμπιο συνυπήρχαν ο ρεαλισμός του αναλυτή επιστήμονα και το ηθικο-πολιτικό πάθος για τα ιδεώδη. Οπως ο ίδιος εξηγούσε:

«Σε εμένα ενυπάρχει ο ρεαλιστής και ο άνθρωπος του πάθους. Είμαι ρεαλιστής όταν εξετάζω τα γεγονότα και προσπαθώ να ερμηνεύσω τις πραγματικές συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων. Και είμαι και άνθρωπος του πάθους. Εχω υπάρξει πολλές φορές και το ένα και το άλλο». Αυτή τη ζωντανή αντίφαση την ανευρίσκουμε σε όλο το θεωρητικό του έργο, όπου η επίδραση της ηθικής αδιαλλαξίας του Καντ διασταυρώνεται με το ρεαλισμό του Χομπς και του Μακιαβέλι.

Ο ρεαλισμός οδηγεί τον Μπόμπιο στη θεμελίωση μιας πεσιμιστικής και αρνητικής ανθρωπολογίας.

Ο ίδιος ο Μπόμπιο αυτοπροσδιοριζόταν ως ένας «υπαρξιακός και ιστορικός πεσιμιστής». Διατηρούσε μιαν απαισιόδοξη θεώρηση της Ιστορίας και συνήθιζε να επαναλαμβάνει τη φράση του Χέγκελ που παρομοίαζε την Ιστορία με ένα «πελώριο σφαγείο». Σύμφωνα με την αρνητική ανθρωπολογία του Μπόμπιο, ο άνθρωπος είναι ένα βίαιο ον, ένα ον που υποκινείται από πάθη και συμφέροντα, ένα ον που τείνει να ψεύδεται και να εξαπατά τους άλλους. Δεν είναι εύκολο επομένως να εξαλειφθεί ριζικά η βία από τον ανθρώπινο κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η πολιτική προορίζεται να παραμένει για πάντα το θέατρο όπου εκδηλώνεται η βούληση για δύναμη. Σημαίνει ωστόσο ότι θα ήταν αφελές να αντιπαραθέσουμε σε αυτήν τη σκληρή πραγματικότητα το αφηρημένο όνειρο μιας αυθόρμητα αρμονικής συμβίωσης (όπως θα ήταν λ.χ. μια κοινωνία χωρίς κράτος). Σε έναν κοινωνικό κόσμο όπου κυριαρχούν τα πάθη και τα ιδιαίτερα συμφέροντα δεν μπορούμε να αντιπαραθέτουμε το ουτοπικό ιδεώδες μιας κοινωνίας που θα αποτελείται από εντελώς ανιδιοτελή άτομα. Και αφού γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα «ιδεολογικό ζώο» που υποκρίνεται και ψεύδεται προκειμένου να δικαιολογεί τις ενέργειές του, θα ήταν αφελές να εμπιστευόμαστε την ειλικρίνεια των διακηρύξεών του και την εντιμότητα των προθέσεών του για να οικοδομήσουμε μια διάφανη κοινωνία.

Πεσιμιστής αλλά και μαχητικός

Παράδοξα, ωστόσο, ο ρεαλιστής και πεσιμιστής Μπόμπιο ήταν ταυτόχρονα και ένας μαχητικός διανοούμενος, που εμπνεόταν από τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας και υποστήριζε με πάθος τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη. Σε ένα άρθρο του γραμμένο το 1989, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο Μπόμπιο σημείωνε: «Σε έναν κόσμο που σημαδεύεται από τρομερές αδικίες, το να σκεφτούμε ότι η ελπίδα της επανάστασης έσβησε και τελείωσε μόνο και μόνο επειδή η κομμουνιστική ουτοπία απέτυχε, σημαίνει ότι εθελοτυφλούμε… Ω αφελείς, πιστεύετε αλήθεια ότι το τέλος του ιστορικού κομμουνισμού έθεσε τέρμα στην ανάγκη και στη δίψα για κοινωνική δικαιοσύνη;».

Με τις θεωρητικές και πολιτικές παρεμβάσεις του στα τελευταία χρόνια της ζωής του, σε μιαν εποχή μεγάλης ιδεολογικής σύγχυσης, ο Μπόμπιο υπερασπίστηκε τις αξίες και τα ιδεώδη της Αριστεράς. Με το δοκίμιό του «Δεξιά και αριστερά» υπογράμμισε ότι η ιδέα της ισότητας παραμένει ο πολικός αστέρας, το θεμελιώδες διακριτικό γνώρισμα της ταυτότητας της Αριστεράς.

Ας συγκρατήσουμε αυτό το τελευταίο μάθημα που μας κληροδοτεί ο Μπόμπιο: όχι, η Αριστερά δεν πρέπει να εγκαταλείψει τις αρχές της, δεν πρέπει να απορρίψει όλη της την παράδοση. Πάνω από όλα δεν πρέπει να απαρνηθεί τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια αδιανόητη οπισθοδρόμηση όχι μόνο για την Αριστερά αλλά και για όλη την κοινωνία. Ο φιλελεύθερος Μπόμπιο μας διδάσκει ότι τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την άσκηση των ατομικών ελευθεριών. Με άλλα λόγια, μια κοινωνία δεν μπορεί να γίνει περισσότερο ελεύθερη αν δεν γίνει και περισσότερο δίκαιη.

Βιβλία του που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας:

* «Για ποιο σοσιαλισμό;», Χελιδόνι, 1982.

* «Το μέλλον της δημοκρατίας», Παρατηρητής, 1993

* «Δεξιά και αριστερά», Πόλις, 1995.

* «Ισότητα και ελευθερία», Πόλις 1998.

* «Γερνώντας», Πόλις, 1998.

* «Αυτοβιογραφία», Εκκρεμές, 1999.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/01/2004
Advertisements
This entry was posted in Ο Τρίτος Δρόμος. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s